ΕΥΘΥΜΙΑΣ ΜΟΝΑΧΗΣ ΗΓΟΥΜΕΝΗΣ ΤΗΣ Ι. ΜΟΝΗΣ ΑΓ. ΚΟΣΜΑ ΤΟΥ ΑΙΤΩΛΟΥ
ΜΕΓΑΔΕΝΔΡΟΥ ΘΕΡΜΟΥ
«Ο ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟΣ ΑΜΒΩΝΑΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΚΟΣΜΑ ΤΟΥ ΑΙΤΩΛΟΥ»
(Διδαχές – Επιστολές)
ΕΚΔΟΣΗ Ι. ΜΟΝΗΣ ΑΓ. ΚΟΣΜΑ ΤΟΥ ΑΙΤΩΛΟΥ ΜΕΓΑΔΕΝΔΡΟΥ ΑΘΗΝΑΙ 2010

ΑΠΟ ΠΟΥ ΑΝΤΛΕΙΤΑΙ Ο ΤΙΤΛΟΣ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ
Το βιβλίο «Ο Αποστολικός Άμβωνας του Αγίου Κοσμά του Αιτωλού» αντλεί τον τίτλο του μέσα από τις «Διδαχές» του μεγάλου Διδάχου και μάλιστα από την Α’ (πρώτη) Διδαχή της παρούσης εκδόσεως, μέσα στην οποία ο Άγιος Κοσμάς, αφού πρώτα ομιλεί για την κλήσι και αποστολή των Αγίων Αποστόλων και συνοπτικά κάνει αναφορά στο έργο τους και στην πνευματική δραστηριότητά τους, ύστερα, με αποστολική ευθύτητα και αποστολική αυτοσυνειδησία, ομολογεί μία μεγάλη αλήθεια για τον εαυτό του:
«Και εγώ αδελφοί μου, ηξιώθην και εστάθηκα εις αυτόν τον άγιον τόπον τον αποστολικόν δια την ευσπλαγχνίαν του Χριστού μας… και περιπατώ από τόπον εις τόπον και διδάσκω τους αδελφούς μου το κατά δύναμιν…»1
Οι «Διδαχές» του Αγίου Κοσμά του Αιτωλού είναι ο «άμβωνάς του». Άμβωνα ξυλόγλυπτο ή μαρμαροκατασκεύαστο ο Απόστολος – Ισαπόστολος Κοσμάς δεν χρησιμοποίησε, ό-πως οι σημερινοί ιεροκήρυκες, που πάνω σ’ αυτόν εκφωνούν τις παραινέσεις τους και την ερμηνεία του Ευαγγελικού λόγου.
Ο άμβωνας ο δικός του ήταν φυσικός˙ αν ήταν «ξυλόγλυπτος», αποτελείτο από το κλαδί ή τον κορμό κάποιου δένδρου, πάνω στο οποίο σκαρφάλωνε για να τον βλέπουν όλες οι χιλιάδες των ακροατών του, ώστε να μπορούν να τον ακούνε καλύτερα. Κι αν ήταν «μαρμαροκατασκεύαστος» ήταν κάποιος βράχος σε μια πεδιάδα ή μια μεγάλη πέτρα σε μια πλατεία μπροστά στους ναούς ή πέρα στους αγρούς. Ο Ισαπόστολος δεν ήταν υψηλού αναστήματος και έπρεπε να διακρίνεται και να μη συμπνίγεται από τα πλήθη των χιλιάδων ακροατών του.
Άλλοτε η εξέδρα του Δάσκαλου του Γένους ήταν ένας λοφίσκος, από την κορυφή του οποίου δίδασκε τα πλήθη.
Ακόμα πάλι ο ίδιος μας πληροφορεί πως είχε ως άμβωνά του ένα μεγάλο λυόμενο σκαμνί. Σε κάθε μετακίνησι οι μαθητές του διέλυαν τον φορητόν αυτόν άμβωνα και τον μετέφεραν στον επόμενο ιεραποστολικό σταθμό του Διδάχου, προκειμένου να διδάξη στην επόμενη λαοπλημμύρα. Εκεί επανασυνέδεαν το σκαμνί και δίπλα έστηναν ένα υψηλό Σταυρό, που θα σηματοδοτούσε και θα υπενθύμιζε στο μέλλον το πέρασμα και τη διδαχή του Ισαποστόλου.
Ο μεγαλύτερος όμως στερνός «ξυλόγλυπτος» άμβωνας του Αποστόλου –Ισαποστόλου Κοσμά του Αιτωλού έγινε το δένδρο και το κλαδί, πάνω στο οποίο πέρασαν το σκοινί οι αλλόπιστοι («ασεβείς»,2 όπως ωνόμαζε τους Αγαρηνούς ο ίδιος). Πάνω σ’ αυτόν τον άμβωνα εκήρυξε με το μαρτυρικό του τέλος επισφραγίζοντας το κήρυγμά του, όταν κατηχούσε τους χριστιανούς να κρατήσουν την πίστι τους και να μη εξισλαμίζωνται:
«Το κορμί σας ας σας το καύσουν, ας σας το τηγανίσουν, τα πράγματά σας ας τα πάρουν, μη σας μέλλη. Δώσατέ τα˙ δεν είναι ιδικά σας. Ψυχή και Χριστός σας χρειάζεται. Αυτά τα δύο όλος ο κόσμος αν πέση δεν ημπορεί να σας τα πάρη, εκτός και τα δώσετε με το θέλημά σας. Αυτά τα δύο να τα φυλάττετε να μην τύχη και τα χάσετε».
ΜΕΡΟΣ Α’
1 Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΤΟΥ ΓΕΝΟΥΣ ΚΟΣΜΑΣ Ο ΑΙΤΩΛΟΣ (Σύντομο βιογραφικό σημείωμα)
2 ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΙΣ ΔΙΔΑΧΕΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΚΟΣΜΑ
3 ΤΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΩΝ ΔΙΔΑΧΩΝ
4 ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑΤΑ ΔΙΑΦΟΡΑ
«… Ήτον δε η διδαχή του, καθώς ημείς αυτήκοοι αυτής εγενόμεθα, απλουστάτη, ωσάν εκείνη των αλιέων˙ ήτον γαλήνιος και ησύχιος, οπού εφαίνετο καθολικά να είναι γεμάτη από την χαράν του ιλαρού και ησύχου Αγίου Πνεύματος…»
(Μαρτυρία του Αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου για την διδασκαλία του Αγίου Κοσμά)
1 Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΤΟΥ ΓΕΝΟΥΣ ΚΟΣΜΑΣ Ο ΑΙΤΩΛΟΣ
(Σύντομο βιογραφικό σημείωμα)
Ο Άγιος Κοσμάς γεννήθηκε στο Μέγα Δένδρο της Αιτωλίας το 1714. Κατά την βάπτισί του τον ωνόμασαν Κώνστα.3 Από τις Διδαχές του αντλούμε αρκετά βιογραφικά του στοιχεία. Οι γονείς του και όλο του το γένος ήταν ευσεβείς ορθόδοξοι χριστιανοί.4 Είχε ένα αδελφό, τον ιερομόναχο Χρύσανθο τον Αιτωλό, τον Σχολάρχη της Μεγάλης του Γένους Σχολής και Διδάσκαλο του Γένους,5 ο οποίος έγινε οδοδείκτης για τον νεώτερο αδελφό του, που ακολούθησε την δική του τροχιά.
Ο Άγιος Κοσμάς σε ηλικία 8-10 ετών ξεκίνησε για να σπουδάση στη σχολή της Σιγδίτσας Παρνασσίδας, εν συνεχεία φοίτησε στη σχολή της Αγίας Παρασκευής στα Βραγγιανά, ύστερα συνεχίζει τις σπουδές του στη Σχολή των Λομποτινών της Ναυπακτίας, για να περατώση στη συνέχεια τις σπουδές του στην Αθωνιάδα Ακαδημία στο Άγιον Όρος.6
Για τις σπουδές του ο ίδιος ομολογεί: «… τα βάθη της σοφίας ηρεύνησα…».7 Επίσης μας πληροφορεί πως γνώριζε και ξένες γλώσσες: «… έμαθα πολλών λογιών γράμματα, εβραϊκά, τουρκικά, φράγκικα… και πολλά εδιάβασα».8 Από τη λέξι «γράμματα» κατανοούμε πως δεν μίλαγε μόνο τις γλώσσες αυτές, αλλά είχε την εγγράμματη γνώσι τους. Όταν τέλειωσε τις σπουδές του έγινε μοναχός και ιερεύς στη Μονή Φιλοθέου του Αγίου Όρους και πήρε το όνομα Κοσμάς. Εκεί έλαβε επιτακτική κλήσι από το Θεό9 για να διδάξη τους χριστιανούς που εξισλαμίζονταν και τούρκευαν και κινδύνευε το «Γένος» να χαθή. Την πρόσκλησι – κλήσι αυτή την ένοιωθε μέσα στην καρδιά του βαθειά, που τον «έτρωγε» «όπως το σκουλήκι οπού τρώγει το ξύλο» και δεν τον άφηνε να ησυχάση.10
Έτσι με τις ευχές των Γερόντων και του Πατριάρχη, «άφησε την ιδικήν του προκοπήν, το ιδικόν του καλόν και βγήκε να περιπατή από τόπον εις τόπον για να διδάσκη τους αδελφούς του».11 «Ιδικόν του καλόν» και «προκοπήν» εννοεί την εγκαταβίωσίν του εις την Μονήν του εις το Άγιον Όρος.
Με Πατριαρχική άδεια γίνεται ιεροκήρυκας σε όλη την ελληνική τουρκοκρατούμενη χώρα, ξεκινώντας την ιεραποστολή του από τα περίχωρα της Κωνσταντινουπόλεως.
Κάνει τρεις περιοδείες˙ η δεύτερη ήταν μακρύτερης διάρκειας˙ η Τρίτη είχε μεγάλη έντασι.
Το κήρυγμά του ήταν απλό και στην λαϊκή γλώσσα και σαγήνευε τα πλήθη, ώστε κατά χιλιάδες οι άνθρωποι να τον παρακολουθούν.
Δια των κηρυγμάτων του αναχαιτίστηκε το κύμα του εξιλασμισμού. Δια την στερέωσι της ορθοδόξου πίστεως και την αναστολή της αμαθείας ίδρυσε εκατοντάδες σχολείων12 για να μπορή ο Έλληνας μέσα σ’ αυτά να διδάσκετε την πίστι του και την ιστορία του και να λαμβάνη και όλες τις άλλες γνώσεις.13 Να διατηρηθή δι’ αυτών η εθνική γλώσσα.14 Εθεμελίωσε την δημόσια παιδεία ώστε να παρέχεται δωρεάν η μόρφωσι.15
Ίδρυσε και ανώτερες σχολές για ιερείς και δάσκαλους.16
Οι Τούρκοι σε γενικές γραμμές τον αποδέχονταν.
Ήρθε αντιμέτωπος προς τους Κοτσαμπάσηδες17 μεγαλοκτηματίες. Το μεγαλύτερο μέρος αυτών είχε εξωμόσει για να μη χάσουν τις περιουσίες τους και καταπίεζαν τους φτωχούς χριστιανούς περισσότερο από τους Τούρκους.
Οι Βενετοί δεν τον άφηναν να πλησιάση τις κτήσεις τους. Προσπάθησαν να τον δολοφονήσουν.18
Ο εξ ίσου μεγάλος εχθρός του ήταν οι Εβραίοι, διότι ήρθε σε αντιπαράθεσι προς αυτούς, διότι δίδασκε τους χριστιανούς να τηρούν την αργία της Κυριακής και κατώρθωσε να μετακινήση τα παζάρια των χριστιανών από την Κυριακή στο Σάββατο, οπότε επλήγη το εμπόριο των Εβραίων.19
Τέλος αυτοί δωροδόκησαν τον Κούρτ Πασά, χωρίς να αποκλείωμε την σύμπραξι των Βενετών, ο οποίος διέταξε τον απαγχονισμό του, που έλαβε χώρα στο Κολικόντασι της Αλβανίας.
Έτσι ο μεγαλύτερος Δάσκαλος, ο Προφήτης του Γένους, ο Απόστολος – Ισαπόστολος Κοσμάς ο Αιτωλός, προσετέθη στην χορεία των Αγίων Μαρτύρων – Νεομαρτύρων δι’ απαγχονισμού στις 24 Αυγούστου 1779.
2 ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΙΣ ΔΙΔΑΧΕΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΚΟΣΜΑ
Καθώς αναφέρομε στον Πρόλογο του βιβλίου, στο παρόν Α’ Μέρος του καταχωρούνται οι Διδαχές του Αγίου Κοσμά.
Οι πρώτες πέντε είναι από την έκδοσι του Γεωργίου Αποστολιά (1897).20 Η έκτη και η εβδόμη εκδόθηκαν από τον Κωντ. Δυοβουνιώτη το 1915. Η ογδόη εκδόθηκε από τον Αρχιμανδρίτη Σωφρώνιο Παπακυριακού το 1953.
Τα «Παραδείγματα Διάφορα» είναι από την έκδοσι του Αποστολιά.
Ο Αποστολιάς δημοσίευσε τα κείμενα του κώδικα της Μονής του Μεγάλου Σπηλαίου, ο οποίος όμως δυστυχώς έχει χαθεί.21
Οι Διδαχές μεταξύ τους έχουν ομοιότητες. Είναι κατηχητική διδασκαλία που ήθελε να κάνη παντού – οι άνθρωποι είχαν μείνει ακατήχητοι- . Γι’ αυτό συχνά επαναλαμβάνει τα ίδια θέματα στις διάφορες περιοχές που περιοδεύει, για να καταρτίση τους χριστιανούς δογματικά, θεολογικά, ηθικοπλαστικά.
Ο Άγιος Κοσμάς είναι λαϊκός κατηχητής και μιλάει απλά, κατανοητά, εγκάρδια. Είναι ο μεγάλος Διδάχος του Γένους. Τις Διδαχές του Αγίου Κοσμά τις βρίσκομε σε διάφορους κώδικες βιβλιοθηκών και Μοναστηριών.22 Συνολικά υπάρχουν 26 κείμενα Διδαχών, που έφτασαν ως εμάς, δημοσιευμένα και μη.23 Ο Άγιος Κοσμάς δεν έγραψε τις Διδαχές του˙ αυτός τις εκφωνούσε ως ζωντανό κήρυγμα, που έβγαινε μέσα από την καρδιά του.
Πρέπει να γνωρίζετε πως οι οκτώ Διδαχές, που καταχωρούνται στο βιβλίο τούτο, αντιστοιχούν σε κείμενα των Διδαχών διαφόρων άλλων κωδίκων και παρατηρούμε ελαφρές ή και μεγαλύτερες παραλλαγές, χωρίς καμμία αλλαγή νοήματος˙ επιπρόσθετα στοιχεία παραδειγμάτων, ιστοριών που εξιστορούσε, ανάλογα με τις ανάγκες του τόπου όπου έκανε το κήρυγμα.
Διαβάζοντας τα κείμενα των καταγραμμένων αυτών Διδαχών του Διδάχου παρατηρούμε ότι έχουν εξαιρετική δομή εσωτερική και εξωτερική.
Πρέπει όμως να υπολογίσωμε πως οι Διδαχές έχουν καταγραφεί από τους μαθητές και ακροατές του, που βιάζονταν να αποτυπώσουν με ταχύτητα, πάνω στο χαρτί τους το κήρυγμα του Ισαποστόλου, που ήταν χειμαρρώδες. Όσα προλάβαιναν, έγραφαν.
Οι Διδαχές αυτές, παρά το λαϊκό τους ύφος, παρουσιάζουν μεγάλη δεξιοτεχνία και λογοτεχνία. Έχουν εξαίρετη πλοκή. Είναι κείμενα σπουδαίας αξίας.
Όμως αν η καταγραφή τους παρουσιάζη τόση υψηλή τέχνη πλοκής, δεξιότητος και αριστουργηματική σύνθεσι, που κοσμεί και αυτή την λογοτεχνία ακόμα, μπορούμε να φανταστούμε το ύψος και την δεξιότητα και την αξία, του χειμαρρώδους και εγκάρδιου αυτού κηρύγματος και την πηγαία και χαριτόβρυτο τέχνη της ομιλητικής ικανότητος του Ισαποστόλου.
Έχομε σύγχρονες μαρτυρίες για την αξία των κηρυγμάτων – διδαχών του Αγίου Κοσμά. Ο κατάσκοπός του Κόμης Μαμωνάς στην έκθεσι της κατασκοπείας του αναφέρει ότι «οι λόγοι του είναι εκτάκτως πολιτικοί και μιας εξαιρετικής τέχνης».24
«Είναι πειστικώτατος εις τας ομιλίας του και ως εκ τούτου κατώρθωνε να προσελκύη πάντοτε ολόγυρά του πολλάς χιλιάδας ατόμων».25 «Διάσημος ιεροκήρυξ… η προσταγή του είναι επιβλητική και οιανδήποτε πρότασιν και αν κάμη, εκτελείται παρευθύς».26 Να σκεφθούμε μόνο πως αυτή την έκθεσιν την έκανε ο εχθρός του Αγίου, που επί δύο χρόνια προσπαθούσε να τον ξεμοναχιάση για να τον δολοφονήση. Αλλά ο Διδάχος πάντα βρισκόταν ανάμεσα στις χιλιάδες των ακροατών του, και ήταν δύσκολο το εγχείρημα. Αυτές οι αναφορές υπάρχουν στα Γενικά Αρχεία του Βενετικού Κράτους.28
Άλλ’ ιδού και μία πληροφορία για την Διδαχή του Αγίου Κοσμά από τον Άγιο Νικόδημο τον Αγιορείτη, τον πρώτο του βιογράφο: «… Ήτον δε η διδαχή του, καθώς ημείς αυτήκοοι αυτής γενόμεθα, απλουστάτη, ωσάν εκείνη των αλιέων (= Αποστόλων)˙ ήτον γαλήνιος, και ησύχιος, οπού εφαίνετο καθολικά να είναι γεμάτη από την χαράν του ιλαρού και ησύχου Αγίου Πνεύματος… Ο Θεός… εβεβαίωνε τα λόγια του με… σημεία (= θαύματα).28 Δηλαδή η διδαχή του Αγίου Κοσμά ήταν πνευματέμφορος και αποστολική.
3 ΤΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΩΝ ΔΙΔΑΧΩΝ
ΔΙΔΑΧΗ Α’*
Ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός και Θεός, αδελφοί μου, ο γλυκύτατος αυθέντης και Δεσπότης, ο ποιητής των Αγγέλων και πάσης νοητής και αισθητής κτίσεως, παρακινούμενος ο Κύριος από την πολλήν του αγαθότητα οπού έχει εις το γένος μας, σιμά εις άπειρα χαρίσματα οπού μας εχάρισε και μας χαρίζει καθ’ εκάστην ημέραν και ώραν και στιγμήν, εκαταδέχθη και έγινε και τέλειος άνθρωπος εκ Πνεύματος Αγίου και από τα καθαρώτατα αίματα της Δεσποίνης ημών Θεοτόκου και Αειπαρθένου Μαρίας, διά να μας κάμη να έβγωμεν από τας χείρας του διαβόλου, και να μας κάμη υιούς και κληρονόμους της βασιλείας του, να χαίρωμεν πάντοτε εις τον παράδεισον μαζί με τους Αγγέλους και να μη καιώμεθα εις την κόλασιν με τους ασεβείς και τους διαβόλους.
Καθώς ένας άρχοντας έχει αμπέλια και χωράφια και βάνει εργάτας, ούτω και ο Κύριος ωσάν ένα αμπέλι έχει όλον τον κόσμον και επήρε δώδεκα Αποστόλους, και τους έδωκε την χάριν του και την ευλογίαν του, και τους έστειλεν εις όλον τον κόσμον να διδάξουν τους ανθρώπους πώς να ζήσουν και εδώ καλά, ειρηνικά, ηγαπημένα, και μετά ταύτα να πηγαίνουν εις τον παράδεισον, να χαίρωνται πάντοτε˙ να μετανοούν, να πιστεύουν και να βαπτίζωνται εις το όνομα του Πατρός, του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, και να έχουν την αγάπην εις τον Θεόν και εις τον αδελφόν των. Και εις όποιαν χώραν πηγαίνουν οι Απόστολοι και τους δέχονται οι άνθρωποι, τους παρήγγειλεν ο Κύριος να ευλογούν την χώραν εκείνην˙ εις όποιαν χώραν πάλιν πηγαίνουν οι Απόστολοι και δεν τους δέχονται, τους παρήγγειλεν ο Κύριος να τινάζουν και τα τσαρούχια των και να φεύγουν. Έτσι οι άγιοι Απόστολοι λαμβάνοντες την χάριν του Αγίου Πνεύματος, ως φρόνιμοι και πιστοί δούλοι του Χριστού μας, έτρεξαν ωσάν αστραπή εις όλον τον κόσμον. Με εκείνην την χάριν ιάτρευον τυφλούς και κωφούς και λεπρούς και δαιμονισμένους, και, το μεγαλύτερον με το όνομα του Χριστού επρόσταζον τους νεκρούς και ανεσταίνοντο. Και εις όποιαν χώραν επήγαινον οι άγιοι Απόστολοι και τους εδέχοντο οι άνθρωποι, τους έκαμνον χριστιανούς, εχειροτόνουν αρχιερείς και ιερείς, συνέστηναν Εκκλησίας, και ευλογούσαν την χώραν εκείνην, και εγίνετο ένας επίγειος παράδεισος, χαρά και ευφροσύνη, κατοικία των Αγγέλων, κατοικία του Χριστού μας. Εις όποιαν χώραν πάλιν επήγαινον και δεν τους εδέχοντο οι άνθρωποι, τους παρήγγειλε να τινάζουν και τα υποδήματά των, και έμενεν εις εκείνην την χώραν κατάρα και όχι ευλογία, κατοικία του διαβόλου και όχι του Χριστού μας.
Πρέπον και εύλογον είνε ένας διδάσκαλος, όταν θέλη να διδάξη, να εξετάζη πρώτον τι ακροατάς έχει, ομοίως και οι ακροαταί να εξετάζουν τι διδάσκαλος είνε. Και εγώ, αδελφοί μου, που ηξιώθην και εστάθηκα εις αυτόν τον άγιον τόπον τον αποστολικόν διά την ευσπλαγχνία του Χριστού μας, εξέτασα πρώτον δια λόγου σας και έμαθα πως με την χάριν του Κυρίου μας Ιησού Χριστού και Θεού δεν είσθε Έλληνες (δηλ. ειδωλολάτραι), δεν είσθε ασεβείς, αιρετικοί, άθεοι, αλλ’ είσθε ευσεβείς ορθόδοξοι χριστιανοί, πιστεύετε και είσθε βαπτισμένοι εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, και είσθε τέκνα και θυγατέρες του Χριστού μας. Και όχι μόνον δεν είμαι άξιος να σας διδάξω, αλλά μήτε τα ποδάρια σας να φιλήσω. Διότι ο καθένας από λόγου σας, είνε τιμιώτερος απ’ όλον τον κόσμον. Πρέπει δε να ηξεύρετε και η ευγενία σας δια λόγου μου, το ηξεύρω, πώς άλλοι σας λέγον άλλα, όμως ανίσως και θέλετε να μάθετε την πάσαν αλήθειαν, εγώ σας την λέγω. Η πατρίδα μου η ψεύτικη, η γήινος και ματαία είνε από του αγίου Άρτης και από την επαρχίαν Απόκουρο. Ο πατήρ μου, η μήτηρ μου, το γένος μου, ευσεβείς ορθόδοξοι χριστιανοί. Είμαι λοιπόν και εγώ, αδελφοί μου, άνθρωπος αμαρτωλός, χειρότερος από όλους˙ είμαι όμως δούλος του Κυρίου μας Ιησού Χριστού του εσταυρωμένου και Θεού. Όχι πως είμαι άξιος να είμαι δούλος του Χριστού, αλλ’ ο Χριστός μου με καταδέχεται διά την ευσπλαγχνίαν του. Τον Χριστόν μας λοιπόν, αδελφοί μου, πιστεύω, δοξάζω και προσκυνώ. Τον Χριστόν μου παρακαλώ να με καθαρίση από κάθε αμαρτίαν ψυχικήν και σωματικήν. Τον Χριστόν μας παρακαλώ να με δυναμώση να νικήσω τους τρεις εχθρούς: Τον κόσμον, την σάρκα και τον διάβολον. Τον Χριστόν μας παρακαλώ να με αξιώση να χύσω και εγώ το αίμα μου δια την αγάπην Του, καθώς το έχυσε και Εκείνος διά την αγάπην μου. Ανίσως, αδελφοί μου, και ήτο δυνατόν να ανεβώ εις τον ουρανόν, να φωνάξω μίαν φωνήν μεγάλην, να κηρύξω εις όλον τον κόσμον πως μόνον ο Χριστός μας είνε Υιός και Λόγος του Θεού, και Θεός αληθινός, και ζωή των πάντων, ήθελα να το κάμω˙ μα επειδή και δεν δύναμαι να πράξω εκείνο το μέγα, κάμνω τούτο το μικρόν, και περιπατώ από τόπον εις τόπον, και διδάσκω τους αδελφούς μου το κατά δύναμιν, όχι ως διδάσκαλος, αλλ’ ως αδελφός˙ διδάσκαλος μόνος ο Χριστός μας είνε.
Πόθεν παρεκινήθην, αδελφοί μου, θέλω να σας φανερώσω την αιτίαν. Αναχωρών από την πατρίδα μου προ πενήντα ετών, επεριπάτησα τόπους πολλούς, κάστρα, χώρας και χωρία, και μάλιστα εις την Κωνσταντινούπολιν, και περισσότερον εκάθησα εις το Άγιον Όρος, δεκαεπτά χρόνους, και έκλαιον δια τας αμαρτίας μου. Σιμά εις τα άπειρα χαρίσματα οπού μου εχάρισεν ο Κύριός μας, με ηξίωσε και έμαθα ολίγα γράμματα Ελληνικά, έγινα και καλόγηρος.
Μελετώντας το άγιον και ιερόν Ευαγγέλιον εύρον πολλά και διάφορα νοήματα, τα οποία είνε όλα μαργαριτάρια, διαμάντια, θησαυρός, πλούτος, χαρά, ευφροσύνη, ζωή αιώνιος. Σιμά εις τα άλλα εύρον και τούτον τον λόγον οπού λέγει ο Χριστός μας, πως δεν πρέπει κανένας χριστιανός, άνδρας ή γυναίκα, να φροντίζη διά τον εαυτόν του μόνον πώς να σωθή, αλλά να φροντίζη και διά τους αδελφούς του να μη κολασθούν. Ακούοντας και εγώ, αδελφοί μου, τούτον τον γλυκύτατον λόγον οπού λέγει ο Χριστός μας, να φροντίζωμεν και διά τους αδελφούς μας, μ’ έτρωγε εκείνος ο λόγος μέσα εις την καρδίαν τόσους χρόνους, ωσάν το σκουλήκι οπού τρώγει το ξύλον, τί να κάμω και εγώ στοχαζόμενος εις την αμάθειάν μου. Εσυμβουλεύθηκα τους πνευματικούς μου πατέρας, αρχιερείς, πατριάρχας, τους εφανέρωσα τον λογισμόν μου, ανίσως και είνε θεάρεστον τέτοιον έργον να το μεταχειρισθώ, και όλοι με παρεκίνησαν να το κάμω, και μου είπον πως τέτοιον έργον καλόν και άγιον είνε. Μάλιστα παρακινούμενος από τον Παναγιώτατο κύριον Σωφρόνιον, Πατριάρχην – να έχωμεν την ευχήν του – και λαμβάνοντας τας αγίας του ευχάς, άφησα την ιδικήν μου προκοπήν, το ιδικόν μου καλόν, και εβγήκα να περιπατώ από τόπον εις τόπον και διδάσκω τους αδελφούς μου.
Κάμνοντας αρχήν να διδάσκω μου ήλθεν ένας λογισμός εδώ οπού περιπατώ να ζητώ άσπρα διότι ήμην φιλάργυρος και αγαπούσα τα γρόσια, ναι, μα και τα φλωρία περισσότερον, όχι ωσάν την ευγενίαν σας που τα περιφρονείτε, ή δεν τα καταφρονείτε; Μελετώντας πάλιν το άγιον και ιερόν Ευαγγέλιον, εύρον και άλλον λόγον οπού λέγει ο Χριστός μας˙ πώς χάρισμα σου έδωσα εγώ την χάριν μου, χάρισμα να την δώσης και συ εις τους αδελφούς σου, χάρισμα να διδάσκης, χάρισμα να συμβουλεύης, χάρισμα να εξομολογής, και ανίσως και ζητήσης να πάρης τίποτε πληρωμήν δια την διδαχήν, ή πολλά ή ολίγα, ή ένα άσπρο, εγώ σε θανατώνω και σε βάνω εις την κόλασιν.
Ακούοντας και εγώ, αδελφοί μου, αυτόν τον γλυκύτατον λόγον οπού λέγει ο Χριστός μας, χάρισμα να δουλεύωμεν και τους αδελφούς μας, εις την αρχήν μου εφάνη βαρύς ο λόγος, ύστερον όμως μου εφάνη γλυκύτερος ώσπερ μέλι και κηρίον, και εδόξασα και δοξάζω χιλιάδες φορές τον Χριστόν μας οπού μ’ εφύλαξε από τούτο το πάθος της φιλαργυρίας, και με την χάριν του Κυρίου μας Ιησού Χριστού του εσταυρωμένου και Θεού δεν έχω μήτε σακκούλι, μήτε σπίτι, μήτε κασσέλλα, μήτε άλλο ράσο από αυτό οπού φορώ, αλλά ακόμη παρακαλώ τον Κύριόν μου μέχρι τέλους της ζωής μου να με αξιώση να μην αποκτήσω σακκούλα, διότι ωσάν κάμω αρχήν να παίρνω άσπρα, ευθύς έχασα τους αδελφούς μου, και δεν ημπορώ και τα δύο, ή τον θεόν ή τον διάβολον.
Πρέπον και εύλογον είνε, χριστιανοί μου, καθώς μανθάνομεν από το άγιον Ευαγγέλιον και από τας θείας Γραφάς, ν’ αρχίζωμεν την διδασκαλίαν μας από τον Θεόν, και όταν τελειώσωμεν, να ευχαριστήσωμεν τον Θεόν όχι πως είμαι άξιος ν’ αναφέρω το όνομα του Θεού μας, αλλά ο Θεός καταδέχεται δια την ευσπλαγχνίαν του.
Αφήνομεν λοιπόν, αδελφοί μου, τας φλυαρίας των ασεβών, των αιρετικών, των αθέων, και λέγομεν μόνον όσα το Πνεύμα το Άγιον εφώτισε τους αγίους Προφήτας, Αποστόλους και Πατέρες της Εκκλησίας μας και μας έγραψαν, και πάλιν όχι όλα να τα ειπούμεν, διότι δεν είνε δυνατόν˙ θέλομεν χρόνους και καιρούς˙ αλλά μερικά οπού φαίνονται αναγκαιότερα και όστις είνε φιλομαθής, ας ζητήση να μάθη και τα επίλοιπα. Ο πανάγαθος λοιπόν, αδελφοί μου, και πολυέλεος Θεός είνε ένας, και όποιος λέγει ότι είνε πολλοί θεοί, είνε διάβολος. Είνε δε και Τριάς, Πατήρ, Υιός και Άγιον Πνεύμα˙ μία φύσις, μία δόξα, μία βασιλεία, ένας Θεός. Είνε δε ακατάληπτος, Κύριος ανερμήνευτος, παντοδύναμος, όλος φως, όλος χαρά, όλος ευσπλαχνία, όλος αγάπη. Δεν έχομεν κανένα παράδειγμα να παρομοιάσωμεν την Αγίαν Τριάδα, επειδή και δεν ευρίσκεται άλλο εις τον κόσμον. Μα δια να λάβη παραμικρήν βοήθειαν ο νους μας, φέρνουν μερικά παραδείγματα οι θεολόγοι της Εκκλησίας. Σιμά εις τα άλλα μας φέρνουν και τον ήλιον. Ο ήλιος ηξεύρομεν όλοι πως είνε ένας, ένας είνε και ο Θεός και καθώς ο ήλιος φωτίζει τούτον τον κόσμον τον αισθητόν, ούτω και η Αγία Τριάς, ο Θεός, φωτίζει τον νοητόν. Είπομεν, αδελφοί μου, πώς ο ήλιος είνε ένας, μα είνε και τρία μαζί˙ έχει ακτίνας, οπού έρχονται εις τα όμματά μας ωσάν γραμμαί, ωσάν κλωσταί έχει και φως, οπού εξαπλώνεται εις όλον τον κόσμον. Με τον ήλιον ομοιάζομεν τον άναρχον Πατέρα, με τας ακτίνας τον συνάναρχον Υιόν, και με το φως το ομοούσιον Πνεύμα. Είνε και άλλος τρόπος να καταλάβετε την Παναγίαν Τριάδα. Πώς; να εξομολογηθήτε καθαρά, να μεταλάβετε τα Άχραντα Μυστήρια με φόβον και με ευλάβειαν, και τότε θα σας φωτίση η χάρις του Παναγίου Πνεύματος να καταλάβετε καλύτερα. Αυτήν την Παναγίαν Τριάδα ημείς οι ευσεβείς και ορθόδοξοι χριστιανοί δοξάζομεν και προσκυνούμεν˙ αυτός είνε ο αληθινός Θεός, και έξω από την Αγίαν Τριάδα όσοι λέγονται θεοί είνε δαίμονες. Και όχι μόνον ημείς πιστεύομεν, δοξάζομεν, προσκυνούμεν την Αγίαν Τριάδα, αλλά ωσάν τα άστρα του ουρανού, και ωσάν την άμμον της θαλάσσης, Προφήται, Απόστολοι, Μάρτυρες, Ασκηταί έχυσαν το αίμα των δια την αγάπην της Αγίας Τριάδος και ηγόρασαν τον παράδεισον και χαίρονται πάντοτε. Ομοίως άνδρες και γυναίκες ηρνήθησαν τον κόσμον, επήγαν εις τας ερήμους και ασκήτευον εις όλην των την ζωήν, και επήγαν εις τον παράδεισον. Επίσης άνδρες και γυναίκες έζησαν μέσα εις τον κόσμον με σωφροσύνην και παρθενίαν, με νηστείας, προσευχάς, ελεημοσύνας, με έργα καλά, και επέρασαν και εδώ καλά και επήγαν εις τον παράδεισον να χαίρωνται πάντοτε.
Δεν ευρίσκεται τόπος οπού να λείπη ο Θεός. Πρέπει και ημείς οι ευσεβείς χριστιανοί, όταν θέλωμεν να κάμωμεν καμμίαν αμαρτίαν, να στοχαζώμεθα ότι ο Θεός είνε μέσα εις την καρδίαν μας, είνε πανταχού παρών και μας βλέπει˙ να εντρεπώμεθα τους Αγγέλους, τους Αγίους, και μάλιστα τον άγγελον, τον φύλακα της ψυχής μας, οπού μας βλέπει. Από ένα μικρόν παιδίον εντρεπόμεθα, όταν θα κάμωμεν την αμαρτίαν, και πώς να μην εντρεπώμεθα από τόσους Αγίους και Αγγέλους;
Ο πανάγαθος και πολυέλεος Θεός, αδελφοί μου, έχει πολλά και διάφορα ονόματα λέγεται και φως, και ζωή, και ανάστασις. Όμως το κύριον όνομα του Θεού μας είνε και λέγεται αγάπη. Πρέπει ημείς, ανίσως και θέλωμεν να περάσωμεν και εδώ καλά, να πηγαίνωμεν και εις τον παράδεισον, και να λέγωμεν τον Θεόν μας αγάπην και πατέρα, πρέπει να έχωμεν δύο αγάπας˙ αγάπην εις τον Θεόν μας, και εις τους αδελφούς μας. Φυσικόν μας είνε να έχωμεν αυτάς τας δύο αγάπας˙ παρά φύσιν είνε να μη τας έχωμεν. Και καθώς ένα χελιδόνι χρειάζεται δύο πτέρυγας δια να πετά εις τον αέρα, ούτω και ημείς χρειαζόμεθα αυτάς τας δύο αγάπας, διότι χωρίς αυτών είνε αδύνατον να σωθώμεν. Και πρώτον έχομεν χρέος να αγαπώμεν τον Θεόν μας, διότι μας εχάρισε τόσην γην μεγάλην εδώ να κατοικώμεν πρόσκαιρα, τόσες χιλιάδες φυτά, βρύσες, ποταμούς, θαλάσσας, αέρα, ημέραν, νύκτα, ουρανόν, ήλιον κ.λ.π. Όλα αυτά δια ποίον τα έκαμεν, ειμή δι’ ημάς; Τί μας εχρεώστει; Τίποτε. Όλα χάρισμα˙ μας έκαμεν ανθρώπους, δεν μας έκαμε ζώα, μας έκαμεν ευσεβείς ορθοδόξους χριστιανούς, και όχι ασεβείς αιρετικούς˙ αν και αμαρτάνωμεν χιλιάδες φορές την ώραν, μας ευσπλαγχνίζεται ωσάν πατέρας και δεν μας θανατώνει να μας βάλη εις την κόλασιν, αλλά περιμένει την μετάνοιάν μας με τας αγκάλας ανοικτάς, πότε να μετανοήσωμεν, να παύσωμεν από τα κακά, και να κάμωμεν τα καλά, να εξομολογηθώμεν, να διορθωθώμεν, να μας εναγκαλισθή, να μας βάλη εις τον παράδεισον να χαιρώμεθα πάντοτε.
Τώρα λοιπόν τοιούτον γλυκύτατον Θεόν και Δεσπότην δεν πρέπει και ημείς να τον αγαπώμεν, και αν τύχη ανάγκη, να χύσωμεν και το αίμα μας χιλιάδες φορές δια την αγάπην του, καθώς το έχυσε και Εκείνος δια την αγάπην μας; Ένας άνθρωπος σε κράζει εις τον οίκον του και θέλει να σε φιλεύση ένα ποτήρι κρασί, και πάντοτε εις όλην σου την ζωήν θε να τον εντρέπεσαι και τον τιμάς˙ και τον Θεόν δεν πρέπει να τιμάς και να εντρέπεσαι, οπού σου εχάρισε τόσα καλά και εσταυρώθηκε δια την αγάπην σου; Ποίος πατέρας εσταυρώθηκε δια τα παιδιά του καμμίαν φοράν; Και ο γλυκύτατός μας Ιησούς Χριστός έχυσε το αίμα του και μας εξηγόρασεν από τας χείρας του διαβόλου. Τώρα δεν πρέπει και ημείς να αγαπώμεν τον Χριστόν μας; Ημείς όχι μόνον δεν τον αγαπώμεν, αλλά τον υβρίζομεν καθ’ ημέραν με τας αμαρτίας οπού κάμνομεν. Αμή ποίον θέλετε να αγαπώμεν, αδελφοί μου; Να αγαπώμεν τον διάβολον, οπού μας έβγαλεν από τον παράδεισον και μας έφερεν εις τον κατηραμένον τούτον κόσμον και παθαίνομεν τόσα κακά; Κει έχει προαίρεσιν ο διάβολος, αν ηδύνατο αυτήν την ώραν να μας θανατώση όλους και να μας βάλη εις την κόλασιν, το έκαμεν. Τώρα σας ερωτώ, αδελφοί μου, να μου ειπήτε ποίον πρέπει να μισούμεν τον διάβολον, τον εχθρόν μας, ή ν’ αγαπώμεν τον Θεόν μας, τον ποιητήν μας, τον πλάστην μας; – Ναι, άγιε του Θεού. – Πολύ καλά το λέγετε, να έχω την ευχήν σας, και εγώ το λέγω, μα και ο Θεός χρειάζεται στρώμα δια να καθίση˙ ποίον δε είνε; Η αγάπη. Ας έχωμεν λοιπόν και ημείς την αγάπην εις τον Θεόν και εις τους αδελφούς μας, και τότε έρχεται ο Θεός μας και μας χαροποιεί, και μας φυτεύει εις την καρδίαν μας την ζωήν την αιώνιον, και περνούμεν και εδώ καλά και πηγαίνομεν και εις τον παράδεισον να ευφραινώμεθα πάντοτε.
Ημείς όχι μόνον δεν έχομεν την αγάπην, αλλά έχομεν το μίσος και την έχθραν εις την καρδίαν μας και μισούμεν τους αδελφούς μας˙ έρχεται ο πονηρός διάβολος και μας πικραίνει και βάνει τον θάνατον εις την ψυχήν μας και περνούμεν και εδώ κακά, και πηγαίνομεν εις την κόλασιν και καιόμεθα πάντοτε.
Φυσικόν μας είνε ν’ αγαπώμεν τους αδελφούς μας˙ διότι είμεθα μιας φύσεως, έχομεν ένα βάπτισμα, μίαν πίστιν, τα Άχραντα Μυστήρια μεταλαμβάνομεν, ένα παράδεισον ελπίζομεν ν’ απολαύσωμεν. Καλότυχος εκείνος ο άνθρωπος οπού αξιώθηκε και έλαβεν εις την καρδίαν του αυτάς τας δύο αγάπας, εις τον Θεόν, και εις τους αδελφούς του. Διότι όποιος έχει τον Θεόν εις την καρδίαν του, έχει πάντα τα αγαθά, και αμαρτίαν δεν υποφέρει να κάμη και όστις δεν έχει τον Θεόν εις την καρδίαν, έχει τον διάβολον, και κάμνει πάντα τα κακά και όλας τας αμαρτίας. Χιλίας χιλιάδας καλά να κάμνωμεν, αδελφοί μου, νηστείας, προσευχάς, ελεημοσύνας, και το αίμα μας να χύσωμεν δια τον Χριστόν μας, και δεν έχωμεν αυτάς τας δύο αγάπας, αλλά έχωμεν το μίσος και την έχθραν εις τους αδελφούς μας, όλα εκείνα τα καλά οπού εκάμαμεν είνε του διαβόλου και εις την κόλασιν πηγαίνομεν. Μα καλά, λέγετε, εκεί με εκείνην την ολίγην έχθραν οπού έχομεν εις τους αδελφούς μας, έχοντες τόσα καλά καμωμένα, εις την κόλασιν πηγαίνομεν; Ναι, αδελφοί μου, διότι εκείνη η έχθρα είνε φαρμάκι του διαβόλου και καθώς βάνομεν μέσα εις εκατόν οκάδας αλεύρι ολίγον προζύμι, και έχει τόσην δύναμιν και ανακουφίζει όσον ζυμάρι και αν είνε, έτσι είνε και η έχθρα˙ όλα εκείνα τα καλά οπού εκάμαμεν, τα γυρίζει και τα κάμνει φαρμάκι του διαβόλου.
Εδώ, χριστιανοί μου, πώς πηγαίνετε; Έχετε την αγάπην ανάμεσόν σας; Ανίσως και θέλετε να σωθήτε, κανένα άλλο πράγμα να μη ζητήσετε εδώ εις τον κόσμον από την αγάπην. Είνε εδώ κανένας από την ευγενίαν σας οπού να έχη αυτήν την αγάπην εις τους αδελφούς του; Ας σηκωθή επάνω να μου το ειπή, να τον ευχηθώ και εγώ, να βάλω και όλους τους χριστιανούς να τον συγχωρήσωσι, να λάβη μίαν συγχώρησιν, οπού να έδινεν χιλιάδες φλωρία, δεν την εύρισκεν. – Εγώ άγιε του Θεού, αγαπώ τον Θεόν και τους αδελφούς μου. – Καλά, παιδί μου, έχε την ευχήν. Πώς σε λέγουν το όνομά σου; – Κώστα. –Τί τέχνη κάμνεις; Πρόβατα φυλάγω. – Το τυρί όταν το πωλής το ζυγιάζεις; – Το ζυγιάζω. – Εσύ, παιδί μου, έμαθες να ζυγιάζης το τυρί, και εγώ να ζυγιάζω την αγάπην. Το ζύγι εντρέπεται τον αυθέντην του; – Όχι. – Τώρα να ζυγιάσω και εγώ την αγάπην σου, και αν είνε σωστή και δεν είνε ξύγικη, τότε να σε ευχηθώ και εγώ, να βάλω και όλους τους χριστιανούς να σε συγχωρήσωσι. Πώς να σε καταλάβω, παιδί μου, πώς αγαπάς τους αδελφούς σου; Εγώ τώρα εδώ οπού περιπατώ και διδάσκω εις τον κόσμον, λέγω πως τον κυρ-Κώστα τον αγαπώ ωσάν τα μάτια μου μα εσύ δεν το πιστεύεις˙ θέλεις να με δοκιμάσης πρώτον, και τότε να με πιστεύσης. Εγώ έχω ψωμί να φάγω, εσύ δεν έχεις˙ ανίσως και του δώσω κομμάτι και σε, οπού δεν έχεις, τότε φανερώνω πως σε αγαπώ. Αμή εγώ να φάγω όλο το ψωμί και εσύ να πεινάς, τι φανερώνω; Πώς η αγάπη οπού έχω εις σε είνε ψεύτικη. Έχω δύο ποτήρια κρασί να πίω, εσύ δεν έχεις˙ ανίσως και δώσω και σε απ’ αυτό και πίης, τότε φανερώνω πως σε αγαπώ. Αμή ανίσως και δεν σου δώσω, είνε κάλπικη η αγάπη. Είσαι λυπημένος˙ απέθανεν η μήτηρ σου, ο πατήρ σου˙ ανίσως και έλθω να σε παρηγορήσω, τότε είνε αληθινή η αγάπη μου. Αμή ανίσως συ κλαίης και θρηνής και εγώ τρώγω, πίνω και χορεύω, ψεύτικη είνε η αγάπη μου. Το αγαπάς εκείνο το φτωχό παιδί; – Το αγαπώ. – Αν το ηγάπας, του έπαιρνες ένα υποκάμισο οπού είνε γυμνό, να παρακαλή και εκείνο δια την ψυχήν σου. Τότε είνε αληθινή η αγάπη, αμή τώρα είνε ψεύτικη. Δεν είνε έτσι, χριστιανοί μου; Με ψεύτικην αγάπην δεν πηγαίνομεν εις τον παράδεισον. Τώρα σαν θέλης να κάμης την αγάπην μάλαμα, πάρε και ένδυσε τα φτωχά παιδιά, και τότε να βάλω να σε συγχωρήσωσι. Το κάμνεις τούτο; – Το κάμνω. – Χριστιανοί μου, ο Κώστας εκατάλαβε, πως η αγάπη που είχεν έως τώρα ήτο ψεύτικη, και θέλει να την κάμη μάλαμα, να ενδύση τα πτωχά παιδιά. Επειδή και τον επαιδεύσαμεν, σας παρακαλώ να ειπήτε δια τον κύρ – Κώστα τρεις φοράς: Ο Θεός συγχωρήσοι και ελεήσοι αυτόν.
Ο πανάγαθος λοιπόν και πολυέλεος Θεός είνε και λέγεται αγάπη˙ είνε και λέγεται Τριάς. Παρακι-νούμενος ο Κύριος από την ευσπλαγχνίαν του έκαμε πρώτον δέκα τάγματα Αγγέλους. Οι Άγγελοι είνε πνεύματα πύρινα, άυλα, καθώς είνε η ψυχή μας. Το κάθε τάγμα είνε ως τα άστρα του ουρανού. Ποίος επαρακίνησε τον Θεόν και τους έκαμεν; Η ευσπλαγχνία του. Πρέπει και ημείς, αδελφοί μου, ανίσως και θέλωμεν να λέγωμεν τον Θεόν μας πατέρα, να είμεθα εύσπλαγχνοι, να κάμνωμεν τους αδελφούς μας να ευφραίνωνται, και τότε να λέγωμεν τον Θεόν πατέρα: «Πάτερ ημών ο εν τοις ουρανοίς…». Οι δε και είμεθα άσπλαγχνοι, σκληροκάρδιοι και κάμνομεν τους αδελφούς μας και φαρμακεύονται και βάνομεν τον θάνατον εις την καρδίαν των, δεν πρέπει να λέγωμεν τον Θεόν μας πατέρα, αλλά τον διάβολον, διότι ο διάβολος θέλει να κάμνωμεν τους αδελφούς μας να φαρμακεύωνται, και όχι ο Θεός.
Και έτσι, αδελφοί μου, το πρώτον τάγμα από τους Αγγέλους οπού προείπομεν, έπεσεν εις υπερη-φάνειαν και εζήτησε να δοξασθή ίσα με τον Θεόν. Από εκεί οπού ήτο άγγελος φωτεινός και λαμπρότατος, έγινε διάβολος σκοτεινότατος, και πολέμιος των ανθρώπων και έχει να καίεται πάντοτε εις την κόλασιν. Και όταν ακούωμεν διάβολον, αυτός είνε οπού ήτο πρώτος άγγελος˙ αυτός είνε οπού παρακινεί τους ανθρώπους να υπερηφανεύωνται, να φονεύουν, να κλέπτουν˙ αυτός είνε οπού εμβαίνει μέσα εις αποθαμένον άνθρωπον και φαίνεται ως ζωντανός και τον λέγομεν βρυκόλακα˙ αυτός είνε οπού εμβαίνει και μέσα εις ζωντανόν άνθρωπον και παίρνει την εικόνα του Χριστού, της Παναγίας ή τινός Αγίου, τρέχων άνω και κάτω ωσάν δαιμονισμένος και λέγει ότι κάμνει θαύματα˙ αυτός είνε ο διάβολος οπού εμβαίνει εις τον άνθρωπον και σεληνιάζεται και δαιμονίζεται. Και ας είνε δεδοξασμένος ο Θεός οπού μας εχάρισε τρία άρματα με τα οποία να τον πολεμώμεν. Ανίσως και είνε εδώ τινάς από σας και δαιμονίζεται, και θέλη να μάθη τα ιατρικά, εύκολον είνε˙ εξομολόγησις, νηστεία και προσευχή. Όσον εξομολογείται ο άνθρωπος, νηστεύει και προσεύχεται, τόσον κατακαίεται και φεύγει ο διάβολος.
Ωσάν εξέπεσε το πρώτον τάγμα από την αγγελικήν δόξαν και έγιναν δαίμονες, τα άλλα εννέα τάγματα εταπεινώθησαν και έπεσον και προσεκύνησαν την Παναγίαν Τριάδα και εστάθησαν εις τον τόπον των να χαίρωνται πάντοτε. Πρέπει και ημείς, αδελφοί μου, να στοχαζώμεθα τι κακόν πράγμα είνε η υπερηφάνεια˙ εκρήμνισε τον διάβολον από την αγγελικήν δόξαν και έχει να καίεται εις την κόλασιν πάντοτε˙ και πως η ταπείνωσις εβάσταξε τους Αγγέλους εις τον ουρανόν να χαίρωνται πάντοτε εις εκείνην την δόξαν της Αγίας Τριάδος. Πρέπει ακόμη να στοχασθώμεν πως ο πανάγαθος Θεός μισεί τον υπερήφανον και αγαπά τον ταπεινόν. Και όχι μόνον ο Θεός, αλλά και ημείς, όταν ιδούμεν τινά ταπεινόν, τον βλέπομεν ως άγγελον, μας φαίνεται ν’ ανοίξωμεν την καρδίαν μας να τον βάλωμεν μέσα˙ και όταν ιδούμεν τινά υπερήφανον, τον βλέπομεν ως τον διάβολον, γυρίζομεν το πρόσωπόν μας εις άλλο μέρος να μη τον βλέπωμεν. Ας φύγωμεν λοιπόν, αδελφοί μου, την υπερηφάνειαν, διότι είνε η πρώτη θυγατέρα του διαβόλου, είνε δρόμος που μας πηγαίνει εις την κόλασιν, και να έχωμεν την ταπείνωσιν, διότι είνε αγγελική, είνε δρόμος οπού μας πηγαίνει εις τον παράδεισον. Εδώ πώς πηγαίνετε; Την ταπείνωσιν αγαπάτε ή την υπερηφάνειαν; Όστις αγαπά την ταπείνωσιν, ας σηκωθή επάνω να μου το ειπή, να τον ευχηθώ. – Εγώ, άγιε του θεού, αγαπώ την ταπείνωσιν. – Έκβαλε τα φορέματά σου, ενδύσου πενιχρά φορέματα, και γύριζε εις την αγοράν. Δεν το κάμνεις; Εντρέπεσαι; Κάμε άλλο. Κόψε το μισό σου μουστάκι και έβγα εις το παζάρι. Μήτε και αυτό το κάμνεις; Δεν το λέγω δι’ εσέ μόνον, αλλά δια να ακούσουν και οι άλλοι να μη λέγετε ότι είσθε ταπεινοί. Με βλέπετε και εμέ με αυτά τα γένεια; Είνε γεμάτα υπερηφάνειαν, και ο Θεός να την ξερριζώση από την καρδίαν μας. Ο χριστιανός χρειάζεται δύο πτέρυγας δια να πετάξη να υπάγη εις τον παράδεισον, την ταπείνωσιν και την αγάπην
Ωσάν εξέπεσε το πρώτον τάγμα και έγιναν δαίμονες, τότε επρόσταξεν ο πανάγαθος Θεός και έγινεν ο κόσμος ούτος. Και από τον καιρόν οπού έκαμε τον κόσμον είνε 7288 χρόνοι. Είνε δε ο κόσμος ούτος ως αυγό, και καθώς είνε ο κρόκος εις την μέσην του αυγού, έτσι είνε η γη ποιημένη από τον Θεόν να στέκη χωρίς να εγγίζη εις κανέν άλλο μέρος. Και καθώς είνε το ασπράδι ολόγυρα εις τον κρόκον, έτσι είνε και ο αέρας εις την γην. Και καθώς είνε ο φλοιός ολόγυρα, έτσι είνε και ο ουρανός ολόγυρα από την γην. Ο ήλιος, η σελήνη και τα άστρα είνε κολλημένα εις τον ουρανόν. η γη είνε στρογγυλή, και όπου πηγαίνει ο ήλιος, εκεί γίνεται ημέρα, η νύκτα δε είνε ο ίσκιος της γης. Τώρα εδώ έχομεν βράδυ, εις άλλο μέρος είνε αυγή και καθώς είνε άνθρωποι εδώ εις την γην, έτσι είνε και υποκάτω της γης. Δια τούτο ενομοθέτησαν οι άγιοι Πατέρες να βάφωμεν τα αυγά κόκκινα την Λαμπράν. Διότι το αυγό σημαίνει τον κόσμον, το δε κόκκινον το αίμα του Χριστού μας, οπού έχυσεν εις τον Σταυρόν και αγίασεν όλον τον κόσμον. Πρέπει και ημείς να χαιρώμεθα και να ευφραινώμεθα χιλιάδες φορές, πώς έχυσεν ο Χριστός το αίμα του και μας εξηγόρασεν από τας χείρας του διαβόλου˙ μα πάλιν να κλαίωμεν και να θρηνώμεν, πώς αι αμαρτίαι μας εσταύρωσαν τον Υιόν του θεού, τον Χριστόν μας.
Επρόσταξεν ο Θεός και έγιναν επτά ημέραι˙ και πρώτην έκαμε την Κυριακήν και την εκράτησε δια λόγου του˙ και τας άλλας έξ τας εχάρισεν εις ημάς να εργαζώμεθα δια τα ψεύτικα ταύτα γήινα, και την Κυριακήν να σχολάζωμεν και να πηγαίνωμεν εις τας εκκλησίας μας να δοξάζωμεν τον Θεόν μας, να ιστάμεθα με ευλάβειαν, ν’ ακούωμεν το άγιον Ευαγγέλιον και τα λοιπά βιβλία της Εκκλησίας μας. Τί μας παραγγέλλει ο Χριστός μας να κάμνωμεν; Να στοχαζώμεθα τας αμαρτίας μας, τον θάνατον, την κόλασιν, τον παράδεισον, την ψυχήν μας οπού είνε τιμιωτέρα από όλον τον κόσμον, να τρώγωμεν και να πίνωμεν το αρκετόν μας, ομοίως και τα ρούχα μας τα αρκετά, τον δε επίλοιπον καιρόν να τον εξοδεύωμεν δια την ψυχήν μας, να την κάμνωμεν νύμφην του Χριστού μας, και τότε πρέπει να λεγώμεθα άνθρωποι και επίγειοι άγγελοι. Ει δε και ζητούμεν πώς να τρώγωμεν, πώς να πίνωμεν, πώς να αμαρτάνωμεν, πώς να στολίζωμεν τούτο το βρώμικο σώμα, οπού αύριον θα το φάνε τα σκουλήκια, και όχι δια την ψυχήν οπού είνε αθάνατος, τότε δεν πρέπει να λεγώμεθα άνθρωποι, αλλά ζώα. Λοιπόν κάμετε το σώμα δούλον της ψυχής, και τότε να λέγεσθε άνθρωποι.
Την πρώτην ημέραν επρόσταξεν ο Θεός και έγινε φως. Την δευτέραν ημέραν ο ουρανός, η γη τα νερά, ο αέρας κ.λ.π. Την τρίτη έγιναν τα χόρτα και τα φυτά. Την τετάρτην ο ήλιος, η σελήνη και τα άστρα. Την πέμπτην η θάλασσα, τα οψάρια και τα πετεινά. Την παρασκευήν επρόσταξε την γην και έβγαλεν όλα τα ζώα.
Ο άνδρας και η γυναίκα εις τον κόσμον δεν ήσαν. Επήρεν ο Θεός από την γην χώμα και έπλασεν έναν άνδρα ωσάν ημάς, και ενεφύσησε και του εχάρισε ψυχήν αθάνατον. Και καθώς ημείς οι άνθρωποι βάνομεν αλεύρι και νερό και τα ζυμώνομεν και κάμνομεν ψωμί, ούτω και ο Θεός. Πρέπει και ημείς να στοχασθώμεν τι είνε το σώμα και τι είνε η ψυχή. Το σώμα είνε χώμα και αύριον θα τα φάγουν τα σκουλήκια, και ανάγκη είνε η ψυχή να χαίρεται πάντοτε εις τον παράδεισον, ανίσως και κάμη καλά, ή να κατακαίεται εις την κόλασιν, αν κάμη κακά. Τούτο το σώμα οπού βλέπετε, αδελφοί μου, είνε το φόρεμα της ψυχής. Η ψυχή είνε άνθρωπος˙ η ψυχή είνε οπού βλέπει, ακούει, ομιλεί, περιπατεί, μανθάνει επιστήμας, δίδει ζωήν εις το σώμα και δεν το αφήνει να βρωμήση. Και άμα έβγη η ψυχή, τότε βρωμά, σκουληκιάζει το σώμα. Το κορμί έχει τα όμματα, μα δεν βλέπει˙ έχει τα ώτα, μα δεν ακούει˙ ομοίως και αι λοιπαί αισθήσεις του σώματος. Όλα ενεργούνται δια της ψυχής.
-Τον κλαίετε τον αποθαμένον; – Τον κλαίομεν. – Ως φαίνεται, σας πονεί δι’ αυτόν. Και πόσας ημέρας τον φυλάγετε; – Δύο – τρεις ώρας.- Τόσην αγάπην έχετε εις τον ταλαίπωρον; Από την σήμερον να μη τον θάπτετε, αλλά να τον φυλάττετε εικοσιτέσσαρες ώρες˙ και να μαζεύεσθε όλοι, μικροί και μεγάλοι, και να τον στοχάζεσθε καλά, διότι καλύτερος διδάσκαλος δεν είνε άλλος από τον θάνατον. Και να μη τους κλαίετε τους αποθαμένους, διότι βλάπτετε και τον εαυτόν σας και εκείνους. Και αι γυναίκες όσες έχετε λερωμένες μπόλιες να τας ρίψετε.
Όταν έκαμεν ο Θεός τον άνδρα, έλαβεν ο πανάγαθος μίαν πλευράν απ’ αυτόν και έκαμε την γυναίκα, και του την έδωκε δια σύντροφον.
Ίσια την έκαμεν ο Θεός την γυναίκα με τον άνδρα, όχι κατωτέρα. Εδώ πώς τας έχετε τας γυναίκας; – Δια κατωτέρας. – Ανίσως, αδελφοί μου, και θέλετε να είσθε καλύτεροι οι άνδρες από τας γυναίκας, πρέπει να κάμνετε και έργα καλύτερα από αυτάς ει δε και αι γυναίκες κάμνουν καλύτερα και πηγαίνουν εις τον παράδεισον και ημείς εις την κόλασιν, τί μας ωφελεί; Είμεθα άνδρες και κάμνομεν χειρότερα. Εγώ βλέπω εδώ που περιπατώ και διδάσκω˙ είπα ένα λόγον δια τας γυναίκας και σκέπτονται να ρίψουν τα περιττά σκουλαρίκια, δακτυλίδια, και με ήκουσαν ευθύς. Βλέπω οπού τρέχουν να εξομολογηθούνε. Είπα και ένα λόγον δια τους άνδρας˙ φυσικόν είνε του ανδρός όταν πηγαίνη πενήντα χρονών να βγάνη τα γένεια˙ και εγώ βλέπω εδώ και είνε εξήντα και ογδοήντα χρονών γέροντες, και ακόμη ξυρίζονται. Δεν το εντρέπεσθε να ξυρίζεσθε; Δεν ήξευρεν ο Θεός οπού έδωκε τα γένεια; Και καθώς είνε άπρεπον μία γυναίκα γερόντισσα να στολίζεται και να βάνη φτιασίδια, ομοίως και ένας γέρων, όταν ξυρίζεται. Το σιτάρι, όταν παίρνη και ασπρίζη, τί θέλει; Θερισμόν. Ομοίως και ο άνθρωπος, όταν παίρνη και ασπρίζη, τι φανερώνει; Τον θάνατον. Είνε κανένας εδώ και θέλει να αφήση τα γένεια του; Ας σηκωθή να μου το ειπή, να γίνωμεν αδελφοί, να τον ευχηθώ και εγώ, και να βάλω και όλους τους χριστιανούς να τον συγχωρήσουν. – Εγώ είμαι, διδάσκαλε. – Καλά, έχε την ευχήν μου. Παρακαλείτε τον Θεόν δι’ εμένα τον αμαρτωλόν, να παρακαλώ και εγώ δια λόγου σας, όσον καιρόν και αν ζήσω. Το κάμνετε; – Το κάμνομεν, άγιε του θεού. – Σας παρακαλώ, χριστιανοί μου, να ειπήτε, δι’ όσους αφήσουν τα γένεια, τρεις φορές: Ο Θεός συγχωρήσαι και ελεήσαι αυτούς. Ζητήσατε και η ευγενία σας συγχώρησιν, και άμποτε να σας φωτίση ο Θεός, καθώς αφήκατε τα γένεια, να αφήσετε και τας αμαρτίας. Και σεις οι νέοι να τους τιμάτε και αν τύχη ένας άνθρωπος και είνε τριάντα χρόνων οπού άφησε τα γένεια του, έτυχε και ένας 50 ή 60 ή 100 και ξυρίζεται, να βάλης εκείνον οπού άφησε τα γένεια παραπάνω να καθήση από εκείνον οπού ξυρίζεται, τόσον εις την εκκλησίαν, όσον και εις το τραπέζι. Δεν σας λέω πάλιν ότι τα γένεια σε πάνε στον παράδεισον, αλλά τα καλά έργα. Και τα φορέματά σου να είνε ταπεινά, και το φαγί σου και το πιοτό σου, και όλη σας η συμπεριφορά να είνε χριστιανική, δια να δίδετε καλόν παράδειγμα και εις τους άλλους.
Ο άνδρας, αδελφοί μου, εγέννησε την γυναίκα από την πλευράν του χωρίς γυναίκα, και πάλιν έγινε γερός. Εδανείσθη εκείνη την πλευράν από τον άνδρα και την εχρεωστούσε. Εγεννήθησαν ωσάν τα άστρα του ουρανού γυναίκες εις τον κόσμον, αλλά δεν εφάνη καμμία αξία να γεννήση άνδρα, να πληρώση την πλευράν οπού εχρεωστούσε, παρά η Δέσποινα Θεοτόκος, οπού ηξιώθη δια την καθαρότητά της και εγέννησε τον γλυκύτατον Χριστόν εκ Πνεύματος Αγίου, χωρίς άνδρα, παρθένος, και πάλιν έμεινε παρθένος, και επλήρωσεν εκείνην την πλευράν.
Ακούετε, αδελφοί μου, τι χαρμόσυνα μυστήρια έχει η αγία μας Εκκλησία; Μα τα έχει κρυμμένα και θέλουν ξεσκέπασμα. Δια τούτο να μάθετε όλοι σας γράμματα, δια να καταλαμβάνετε πως περιπατείτε. Πρέπει και συ, ώ άνδρα, να μη μεταχειρίζεσαι την γυναίκα σου ωσάν σκλάβα, διότι πλάσμα του Θεού είνε και εκείνη καθώς και συ. Τόσον εσταυρώθηκεν ο Θεός δι’ εσέ, όσον και δι’ εκείνην. Πατέρα λέγεις εσύ τον Θεόν, πατέρα τον λέγει και εκείνη. Έχετε μίαν πίστιν, ένα βάπτισμα˙ δεν την έχει ο Θεός κατωτέραν. Δια τούτο την έκαμεν από την μέσην του ανδρός, δια να είνε ο άνδρας ωσάν την κεφαλήν και η γυναίκα το σώμα. Δια τούτο δεν την έκαμεν από το κεφάλι, δια να μη καταφρονή τον άνδρα. Ομοίως πάλιν δεν την έκαμεν από τα ποδάρια, δια να μην καταφρονή ο άνδρας την γυναίκα.
Ονόμασεν ο Θεός τον άνδρα Αδάμ, την δε γυναίκα Εύαν. Έκαμε και έναν παράδεισον εις το μέρος της ανατολής όλον χαρά και ευφροσύνη˙ μήτε πείνα, μήτε δίψα, μήτε αρρώστια, μήτε κανέν λυπηρόν. Τους εστόλισε με τα επτά χαρίσματα του Παναγίου Πνεύματος. Τους έβαλε μέσα εις τον παράδεισον να χαίρωνται ως άγγελοι. Λέγει ο Θεός του Αδάμ και της Εύας: Εγώ να οπού σας έκαμα ανθρώπους λαμπροτέρους από τον ήλιον. Σας έβαλα μέσα εις τον παράδεισον, να χαίρεσθε από όλα τα αγαθά του παραδείσου. Μα δια να γνωρίζετε πως έχετε Θεόν ποιητήν και πλάστην σας, σας δίδω μίαν παραγγελίαν˙ μόνον από μίαν συκήν να μη φάγητε σύκα˙ μα να ηξεύρητε και αυτό, πώς ανίσως και παραβήτε την προσταγήν μου και φάγετε, θα αποθάνετε. Και έτσι τους άφησεν ο Θεός μέσα εις τον παράδεισον και εχαίροντο ως άγγελοι. Δια τούτο τους εστόλισεν ο πανάγαθος Θεός με την εντροπήν, και η εντροπή να τους φυλάγη από κάθε αμαρτίαν, μα περισσότερον την γυναίκα. Δια τούτο, χριστιανοί μου και θυγατέρες του Χριστού μου, όσον ημπορείτε, να είσθε σκεπασμένες με την εντροπήν, και φαίνεσθε ωσάν μάλαμα.
Και έτσι, αδελφοί μου, βλέπων ο μισόκαλος διάβολος την μεγάλην δόξαν οπού έλαβον ο Αδάμ και η Εύα από τον Θεόν, τους εφθόνησε και τί κάμνει; Ηξεύροντας, ως πνεύμα πονηρόν οπού είνε ο διάβολος, πώς ευκολώτερα απατάται η γυναίκα από τον άνδρα, εστοχάσθη ότι, άμα απατήση την γυναίκα, έπειτα με το μέσον της γυναικός εύκολα απατά τον άνδρα. Και εμβαίνει εις ένα όφιν και πηγαίνει εις την Εύαν και της λέγει: Τί σας είπεν ο Θεός να κάμνετε εδώ εις τον παράδεισον; Λέγει του η Εύα: Μας είπεν ο Θεός να τρώγωμεν από όλα τα καλά του παραδείσου, μόνον από μίαν συκήν να μη τρώγωμεν σύκα, διότι όποιαν ημέραν παραβούμεν την προσταγήν του, θα αποθάνωμεν. Απεκρίθη ο διάβολος και της λέγει: Δεν αποθνήσκετε, αλλά ανίσως και φάγητε, θα γενήτε όμοιοι με τον Θεόν, και δια τούτο σας εμπόδισε. Πάρε λοιπόν, φάγε συ πρώτον, και παρακίνει και τον άνδρα σου να φάγητε, να γενήτε θεοί. Επήρεν η γυναίκα και έφαγεν˙ επαρακίνησε τον άνδρα της και έφαγε και εκείνος. Και καθώς έφαγον και οι δύο, παρευθύς εγυμνώθησαν από τα επτά χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος και απέκτησαν μωρίαν και δειλίαν. Ένας άνθρωπος, αδελφοί μου, οπού φυλάγει τα προστάγματα του Θεού, γίνεται σοφός και δεν φοβείται όλον τον κόσμον˙ άλλος πάλιν, οπού δεν φυλάγει τα προστάγματα του Θεού, γίνεται μωρός, φοβείται και από τον ίσκιον του, ας είνε και βασιλεύς να ορίζη όλον τον κόσμον. Να προσέχετε, χριστιανές μου γυναίκες, όσον είνε δυνατόν, να φυλάγετε τας εντολάς του Θεού και να μη κάμνετε το θέλημα του διαβόλου˙ και αν τύχη και σφάλλετε ως άνθρωποι εις το κακόν, να μη παρακινήτε και τους άνδρας σας καθώς η Εύα. Ομοίως και οι άνδρες να μη ακούετε τας συμβουλάς των γυναικών καθώς και ο Αδάμ.
Θέλων ο Θεός να τους συγχωρήση και να τους αφήση εις τον παράδεισον, εκαμώθη πως δεν ηξεύρει, και λέγει ο Θεός του Αδάμ: Αδάμ, πού είσαι; πώς δεν φαίνεσαι, ή πού είνε η δόξα οπού είχες πρωτύτερα, οπού ήσο ως άγγελος, και τώρα έκατσες και έγινες ωσάν το μωρόν παιδίον; Απεκρίθη ο Αδάμ και λέγει: Εδώ είμαι, Κύριε˙ μα ήκουσα οπού ήρχεσο και εφοβήθην και εκρύφτηκα. Λέγει του ο Θεός: Διατί εφοβήθης και εκρύβης; Μήπως είμαι εγώ φόβος; Μήπως έφαγες από τα σύκα οπού σου είπα να μη φάγης; Απεκρίθη ο Αδάμ υπερήφανα: Ναι, Κύριε, έφαγον, αλλά δεν πταίω εγώ˙ η γυναίκα οπού μου έδωσες, εκείνη με εγέλασε και έφαγον. Λέγει ο Θεός του Αδάμ: Εγώ σου την έδωσα δια σύντροφον, και όχι να σε γελάση. Εγώ σου είπα να μη φάγης, διότι θ’ αποθάνης˙ έπρεπε να φυλάξης τον ιδικόν μου λόγον, και όχι της γυναικός. Μα καλά, έφαγες, ηπατήθης˙ τί το δύσκολον είνε να είπης: Έσφαλα, Θεέ μου, ήμαρτον, ποιητά μου˙ να σε συγχωρήσω, να σε αφήσω πάλιν εις τον παράδεισον. Αμή εσύ κατηγορών την γυναίκα, εμένα κατηγορείς, διότι εγώ έκαμα την γυναίκα.
Ακούετε, αδελφοί μου, τί κακόν πράγμα να κατηγορώμεν τον άλλον; Λοιπόν, αν θέλωμεν να σωθώμεν, του λόγου μας πάντοτε να κατηγορώμεν, και όχι να ρίχνωμεν τα σφάλματά μας επάνω εις τον άλλον. Έπειτα λέγει ο πανάγαθος Θεός εις την Εύαν: Διατί έφαγες από τα σύκα, οπού σου είπα να μη φάγης; Απεκρίθη και αυτή υπερήφανα και λέγει: Ναι, Κύριε, έφαγον, μα δεν πταίω εγώ˙ ο όφις με εγέλασε. Βλέπων ο Θεός την υπερηφάνειαν αυτών, τους εδίωξεν από τον παράδεισον, και κατηράσθη τον Αδάμ να εργάζεται την γην, και με τον ιδρώτα του προσώπου του να τρώγη τον άρτον του, και να κλαίη απαρηγόρητα δια να τον ευσπλαγχνισθή ο Θεός, να τον βάλη πάλιν εις τον παράδεισον. Διά τούτο, αδελφοί μου, να χαίρεσθε όλοι βγάνετε το ψωμί σας με τον κόπον σας, διότι εκείνο το ψωμί είνε ευλογημένο˙ και αν θέλης, δώσε ολίγον, από εκείνο το ψωμί, του πτωχού. Με εκείνο αγοράζεις τον παράδεισον. Ομοίως πάλιν να κλαίετε και να θρηνήτε με μαύρα δάκρυα όσοι ζήτε με αρπαγάς και αδικίας. Θέλει σας θανατώσει ο Θεός και σας βάλει εις την κόλασιν. Εδώ πώς πηγαίνετε, χριστιανοί μου; Όλοι με τον κόπον σας ζήτε, ή με αδικίας; Αν είσθε χριστιανοί, με τον κόπον σας να ζήτε˙ εκείνο το ευλογεί ο Θεός, το δε άδικον το καταράται.
Εκαταράσθη και την γυναίκα να είνε υποτεταγμένη εις τον άνδρα της, και να γεννά τα τέκνα της με κόπους και στεναγμούς και δάκρυα, να κλαίη απαρηγόρητα δια να την ευσπλαγχνισθή ο Θεός, να την επαναφέρη εις τον παράδεισον. Και βλέπετε φανερά˙ όταν γεννώσι τα ζώα, δεν έχουν τους πόνους οπού έχει η γυναίκα όταν γεννά˙ διότι δεν έχουν την κατάραν οπού έχει η γυνή. Εκαταράσθη τον Αδάμ και την Εύαν και τους εξώρισεν από τον παράδεισον και έζησαν εννεακοσίους τριάντα χρόνους σε μαύρα και πικρά δάκρυα και εγέννησαν τέκνα, και τα τέκνα τους τέκνα, και εγέμισεν όλος ο κόσμος και όλοι οι άνθρωποι είνε από ένα πατέρα και από μίαν μητέρα, και δια τούτο είμεθα όλοι οι άνθρωποι αδελφοί˙ μόνον η πίστις μας χωρίζει.
Απέθανεν ο Αδάμ και η Εύα, επήγαν εις την κόλασιν και εκαίοντο πέντε και ήμισυ χιλιάδες χρόνους δια μίαν αμαρτίαν˙ αμή ημείς οπού κάμνομεν πολλάς, και μάλιστα εγώ, τι έχομεν να πάθωμεν; Ο Θεός είνε εύσπλαγχνος, αλλά και δίκαιος. Έχει και ράβδον σιδηράν και καθώς επαίδευε τον Αδάμ και την Εύαν, έτσι παιδεύει και ημάς, αν δεν κάμνωμεν καλά. Παρέβησαν ο Αδάμ και η Εύα την προσταγήν του Θεού, και εξωρίσθησαν από τον παράδεισον. Τώρα τί κάμνομεν, χριστιανοί μου, ημείς; Ζητήσατε να μάθετε, ότι εις τους πέντε και ήμισυ χιλιάδες χρόνους όλοι όσοι απέθνησκον επήγαινον εις την κόλασιν. Ευσπλαγχνίσθη ο Κύριος το γένος των ανθρώπων και ήλθε και έγινεν άνθρωπος τέλειος εκ Πνεύματος Αγίου, από τα καθαρώτατα αίματα της Δεσποίνης ημών Θεοτόκου και Αειπαρθένου Μαρίας, και μας έβγαλεν από τας χείρας του διαβόλου. Ζητήσατε να μάθετε, ότι Κυριακήν ημέραν έγινεν ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου˙ Κυριακήν ημέραν εγεννήθη ο Χριστός και μας έδειξε την αγίαν Πίστιν, το άγιον Βάπτισμα, τα Άχραντα Μυστήρια˙ υβρίσθη, εδάρθη, εσταυρώθη κατά το ανθρώπινον˙ ανέστη την τρίτην ημέραν, επήγεν εις την κόλασιν, έβγαλε τον Αδάμ και την Εύαν και το γένος του˙ έγινε χαρά εις τον ουρανόν, εις τον Άδην και εις όλον τον κόσμον˙ φαρμάκι και σπαθί δίστομον εις τους Εβραίους και εις τον διάβολον˙ ανελήφθη εις τους ουρανούς και εκάθησεν εκ δεξιών του Πατρός, να συμβασιλεύη αιωνίως, να προσκυνήται και από τους Αγγέλους. Ζητήσατε να μάθετε, πώς σήμερον, αύριον περιμένομεν το τέλος του κόσμου. Είσθε φρόνιμοι και γνωστικοί˙ καταλάβετε και μόνοι σας το καλόν και κάμνετέ το.
Τώρα τι σας φαίνεται εύλογον να κάμωμεν; Έχω δύο λογισμούς. Ο ένας λογισμός μου λέει: Φθάνουν αυτά οπού είπες εις τους χριστιανούς, και σήκω πρωί, πήγαινε και εις άλλο μέρος να διδάξης. Ο άλλος μου λέει: Μη πηγαίνεις˙ κάθησε να τους ειπής και τα επίλοιπα και αύριον φεύγεις. Σεις τί λέγετε, να φύγω ή να καθήσω; – Να καθήσης, άγιε του Θεού. – Καλά, παιδιά μου, να καθήσω˙ αμή είνε καλά να δουλεύη ένας άνθρωπος ένα αμπέλι, ή να βόσκη πρόβατα, και να μη φάγη εκ του καρπού των; Τώρα και εγώ εδώ οπού ήλθα και κοπιάζω είνε καλόν να μη μου δώσητε ολίγην παρηγορίαν, πληρωμήν; Και τι πληρωμήν θέλω εγώ; Χρήματα; Και τί να τα κάμω; Εγώ, με την χάριν του Θεού, μήτε σακκούλα έχω, μήτε σπίτι, μήτε άλλο ράσο˙ και το σκαμνί οπού έχω ιδικόν σας είνε, το οποίον εικονίζει τον τάφον μου. Ετούτος ο τάφος έχει την εξουσίαν να διδάξη βασιλείς, πατριάρχας, αρχιερείς, ιερείς, άνδρας και γυναίκας, νέους και γέροντας και όλον τον κόσμον. Ανίσως και επεριπατούσα δια άσπρα, θα ήμουν τρελλός και ανόητος αμή τι είνε η πληρωμή μου; Να καθήσετε από πέντε, δέκα, να συνομιλήτε αυτά τα θεία νοήματα, να τα βάλετε μέσα εις την καρδίαν σας, δια να σας προξενήσουν την αιώνιον ζωήν. Δεν είνε, αδελφοί μου, λόγοι ιδικοί μου όσα σας είπον, αλλά του Αγίου Πνεύματος, από την Αγίαν Γραφήν. Αυτά οπού σας είπα το ίδιον είνε ωσάν να κατέβη ο ίδιος ο Θεός να σας τα ειπή. Τώρα ανίσως και τα κάμνετε και τα βάλλετε εις τον νουν σας, δεν με φαίνεται και εμέ τίποτε ο κόπος. Ει δε και δεν τα κάμνετε, φεύγω λυπημένος, με τα δάκρυα στα μάτια.
Έχετε σχολείον εδώ εις την χώραν σας να διαβάζουν τα παιδιά; – Δεν έχομεν, άγιε του Θεού. – Να μαζευθήτε όλοι να κάμετε ένα σχολείον καλόν, να βάλετε και επιτρόπους να το κυβερνούν, να βάνουν διδάσκαλον να μανθάνουν όλα τα παιδιά γράμματα, πλούσια και πτωχά. Διότι από το σχολείον μανθάνομεν τι είνε ο Θεός, τι είνε Αγία Τριάς, τι είνε Άγγελοι, δαίμονες, παράδεισος, κόλασις, αρετή, κακία˙ τι είνε ψυχή, σώμα κ.λ.π. Διότι χωρίς το σχολείον περιπατούμεν εις το σκότος˙ από το σχολείον ανοίγει το μοναστήριον. Αν δεν ήτο σχολείον, πού ήθελα μάθει εγώ να σας διδάσκω;
Εγώ διάβασα και περί ιερέων, και περί ασεβών, αιρετικών κα αθέων˙ τα βάθη της σοφίας ηρεύνησα˙ όλαι αι πίστεις είνε ψεύτικες˙ τούτο εκατάλαβα αληθινόν, ότι μόνη η πίστις των ορθοδόξων χριστιανών είνε καλή και αγία, το να πιστεύωμεν και να βαπτιζώμεθα εις το όνομα του Πατρός, του Υιού και του Αγίου Πνεύματος. Τούτο σας λέγω τώρα εις το τέλος˙ να ευφραίνεσθε όπου είσθε ορθόδοξοι χριστιανοί, και να κλαίετε δια τους ασεβείς και αιρετικούς οπού περιπατούν εις το σκότος. Ημείς, χριστιανοί μου, τί είμεθα, δίκαιοι ή αμαρτωλοί; Ανίσως και είμεθα δίκαιοι, καλότυχοι και τρισμακάριστοι˙ ει δε και είμεθα αμαρτωλοί, τώρα είνε καιρός να μετανοήσωμεν, να παύσωμεν από τα κακά, και να κάμνωμεν τα καλά˙ διότι η κόλασις μας καρτερεί. Πότε θα μετανοήσωμεν; Όχι αύριον και μεθαύριον, αλλά σήμερον, διότι έως αύριον δεν ηξεύρομεν τι θα πάθωμεν. Προσέχετε λοιπόν, αδελφοί μου, να μη υπερηφανεύεσθε, να μη φονεύετε, να μη μοιχεύετε, να μη κάμνετε όρκους, να μη λέγετε ψέματα, να μη συκοφαντήτε, να μη προδίδετε, να μη στολίζετε το σώμα, διότι θα το φάγουν οι σκώληκες, αλλά να στολίζετε την ψυχήν, οπού είνε τιμιωτέρα από όλον τον κόσμον. Να προσεύχεσθε, να νηστεύετε, να δίδετε ελεημοσύνην, να έχετε τον θάνατον έμπροσθέν σας, πότε να φύγετε από τούτον τον ψεύτικον κόσμον, να υπάγετε εις εκείνον τον αιώνιον. Ακούσατε, αδελφοί μου: Καθώς ένας άρχοντας έχει δέκα δούλους και σφάλλει ένας εξ αυτών, τον διώκει και βάνει άλλον, ούτω και ο Κύριος, ωσάν εξέπεσε το πρώτον τάγμα των αγγέλων, επρόσταξεν ο Θεός και έγινεν ούτος ο κόσμος, και έκαμεν ημάς τους ανθρώπους, να μας βάλη εις τον τόπον των αγγέλων. Ημείς, χριστιανοί μου, δεν έχομεν εδώ Πατρίδα. Δια τούτο και ο Θεός μας έκαμε με το κεφάλι ορθούς, και μας έβαλε τον νουν εις το επάνω μέρος, δια να στοχαζώμεθα πάντοτε την ουράνιον βασιλείαν, την αληθινήν πατρίδα μας. Όθεν, αδελφοί μου, [δεν είμαι άξιος]29 να σας διδάσκω και συμβουλεύω, πλην τολμώ πάλιν και παρακαλώ τον γλυκύτατον Ιησούν Χριστόν να στείλη ουρανόθεν την χάριν Του και την ευλογίαν Του εις αυτήν την χώραν, και όλους τους χριστιανούς, άνδρας και γυναίκας, νέους και γέροντας, και τα έργα των χειρών σας. Και πρώτον, αδελφοί μου, άμποτε να σας ευσπλαγχνισθή και να συγχωρήση τας αμαρτίας σας και να σας αξιώση να διέλθετε και εδώ καλήν και ειρηνικήν αυτήν την ματαίαν ζωήν, και μετά θάνατον εις τον παράδεισον, εις την πατρίδα μας την αληθινήν, να χαιρώμεθα πάντοτε, να δοξάζωμεν και προσκυνώμεν την Αγίαν Τριάδα εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.
Παρακαλώ σας, αδελφοί μου, να ειπήτε και δι’ εμέ τον αμαρτωλόν τρεις φοράς: Συγχωρήσατέ με και ο Θεός συγχωρήσοι σας. Συγχωρηθήτε και μεταξύ σας.
ΔΙΔΑΧΗ Β’ *2
«Ιδού εξήλθεν ο σπείρων του σπείραι τον σπόρον αυτού. Και εν τω σπείρειν αυτόν ο μεν έπεσε παρά την οδόν, και κατεπατήθη, και τα πετεινά του ουρανού κατέφαγον αυτό˙ και έτερον έπεσεν εις την πέτραν, και φυέν, ανατείλαντος του ηλίου δια να το μη έχειν ικμάδα εξηράνθη˙ και έτερον έπεσεν αναμέσον των ακανθών και έπνιξαν αυτό˙ και άλλο έπεσεν εις την αγαθήν γην και φυέν εποίησεν ο μέν τριάκοντα, ο δε εξήκοντα, ο δε εκατόν. Ταύτα λέγων εφώνει, ο έχων ώτα ακούειν, ακουέτω», γράφει ο άγιος απόστολος και ευαγγελιστής Ματθαίος εις το άγιον και ιερόν Ευαγγέλιον: Ήτο ένας γεωργός και εβγήκεν από το σπίτι του, επήρε σπόρον και επήγαινε να σπείρη εις τους αγρούς του. Και εκεί οπού έσπερνεν, άλλος σπόρος έπεσεν εις την οδόν, άλλος εις την πέτραν, άλλος εις τας ακάνθας και άλλος εις την καλήν γην. Εκείνος ο σπόρος οπού έπεσεν εις την οδόν δεν εφύτρωσε, διότι η γη ήτο σκληρά και καταπατημένη και ήλθον τα πετεινά και τον έφαγον και έμεινεν η οδός άκαρπος. Άλλος σπόρος έπεσεν εις την πέτραν, είχεν ολίγον χώμα, εφύτρωσεν, άλλ’ ευθύς οπού εβγήκεν ο ήλιος, ως μη έχων ρίζαν εξηράνθη και έμεινεν άκαρπος και αυτός ο σπόρος. Άλλος έπεσεν ανάμεσα εις τα αγκάθια, εφύτρωσε και αυτός, άλλ’ εβγήκαν και τα αγκάθια και τον έπνιξαν και αυτόν. Εκείνος οπού έπεσεν εις την καλήν γην εκαρπόφορησε. Π. χ. έσπειρεν έναν κιλόν30 και έκαμεν εκατόν. Άλλος έπεσεν εις κατωτέραν γην και έκαμεν εξήκοντα, άλλος εις έτι κατωτέραν και έφερε τριάκοντα.
Μου φαίνεται ότι εκαταλάβατε αυτή την παραβολήν. Αλλά δια να εννοήσετε καλύτερα, λέγομεν και τα ακόλουθα και προσέχετε ν’ ακούσητε τους λόγους του ιερού Ευαγγελίου. Ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός και Θεός έχει πολλά και διάφορα ονόματα. Λέγεται Θεός, Υιός Θεού, Υιός ανθρώπου, σοφία, ζωή, ανάστασις και γεωργός. Ο Κύριος λοιπόν εβγήκεν από τον οίκον Του, δηλαδή από τους πατρικούς κόλπους, δια της ενσάρκου οικονομίας˙ κατεδέχθη ο Υιός και Λόγος του Θεού και εσαρκώθη εις την κοιλίαν της Δεσποίνης ημών Θεοτόκου και Αειπαρθένου Μαρίας, τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος˙ όλος μέσα εις την κοιλίαν της Θεοτόκου και όλος πανταχού παρών. Και καθώς ένας άνθρωπος ημπορεί να είνε ο νους του όλος εις την πόλιν και όλος εις τον οίκον του, και πάλιν ο νου του να είνε μέσα εις το κεφάλι του, ο άνθρωπος οπού είνε πλάσμα του Θεού έχει αυτό το χάρισμα, και ο Θεός δεν δύναται να είνε όλος εις τους ουρανούς, και όλος εις κάθε μέρος; Ούτως εβγήκεν, αδελφοί μου, ο Κύριος από τον οίκον του και επήρε σπόρον να σπείρη τα χωράφια του, τας καρδίας των ανθρώπων. Ποίος είνε ο σπόρος; Το άγιον Ευαγγέλιον, το να πιστεύσωμεν και να βαπτιζώμεθα εις το όνομα του Πατρός, του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, και να έχωμεν την αγάπην εις τον Θεόν και εις τους αδελφούς μας. Ποία είνε η οδός; Είναι ο υπερήφανος άνθρωπος, οπού είνε σκληρά και καταπατημένα η καρδία του από τας βιωτικάς μερίμνας˙ ακούει τον λόγον, αλλά δεν εμβαίνει εις την καρδίαν του, και έρχονται οι δαίμονες και παίρνουν τον λόγον του Θεού, και μένει άκαρπος, ήγουν χωρίς ψυχικήν ωφέλειαν. Πέτραν είνε η καρδία εκείνου οπού ακούει τον λόγον του Θεού και τον δέχεται μετά χαράς, μα έχει ολίγην ευλάβειαν εις τον Χριστόν, και άμα του έλθη ο πειρασμός, τον αρνείται και πηγαίνει με τον διάβολον. Άκανθαι είνε εκείνος οπού ακούει τον λόγον του Θεού, και ύστερα έρχονται τα πονηρά πάθη και τον πνίγουν, και μένει και αυτός άκαρπος. Η καλή γη είνε ο τέλειος άνθρωπος, όστις έφερεν εκατόν, ο μεσαίος εξήκοντα και ο κατώτερος τριάκοντα.
Μα το κεκρυμμένον νόημα της παραβολής δεν το εννοήσατε, και πρέπει εις έκαστον μέρος να είπωμεν από ένα παράδειγμα.
Τον παλαιόν καιρόν ήτο ένας βασιλεύς των Εβραίων λεγόμενος Μανασσής, ο οποίος τους εβασάνιζε με πολλά παιδευτήρια. Τον εσυμβούλευαν οι προφήται και διδάσκαλοι να κυβερνά τον λαόν με πραότητα, άλλ’ αυτός δεν ήκουε τον λόγον του Θεού, δεν μετενόησε. Βλέπων ο Θεός την κακήν του γνώμην τι κάμνει; Σηκώνει ένα βασιλέα από την ανατολήν και τον πολεμά και τον παίρνει σκλάβον, και τον κλειδώνει μέσα εις ένα καζάνι δια να τον κάψη. Τι κάμνει εκεί ο Μανασσής, μέσα εις το χάλκωμα; Ενεθυμήθη τας αμαρτίας του, έκλαυσε, παρεκάλεσε τον Θεόν να τον ελευθερώση και πλέον δεν αμαρτάνει. Βλέπων ο Θεός την καλήν του γνώμην ήκουσε την μετάνοιάν του, εδέχθη τα δάκρυά του και έστειλεν ένα άγγελον και τον ελευθερώνει από εκείνον τον κίνδυνον. Ύστερον επώλησε τα πράγματά του και τα έδωσεν ελεημοσύνην και υπήγε και ασκήτευεν εις όλην του την ζωήν με νηστείας, αγρυπνίας, προσευχάς, και επήγεν εις τον παράδεισον να χαίρεται πάντοτε. Ανίσως, αδελφοί μου, και είνε κανείς από σας και είνε σκληροκάρδιος ωσάν τον Μανασσή και ενθυμηθή τας αμαρτίας του και μετανοήση και κλαύση, ας είνε βέβαιος ότι δέχεται την μετάνοιάν του καθώς του Μανασσή.
Να είπωμεν δε και δια την πέτραν˙ έχομεν πολλά, αλλά μόνον ένα παράδειγμα θα είπωμεν, του αποστόλου Πέτρου. Τη Μεγάλη Πέμπτη το εσπέρας ηξεύροντας ο Κύριος ως καρδιογνώστης Θεός όλα τα μέλλοντα, και μάλιστα την καρδίαν των Εβραίων και του Ιούδα, εκάθησε και εδίδαξε τους αγίους Αποστόλους πολλά και διάφορα νοήματα. Μεταξύ των άλλων τους είπε και τούτον τον λόγον: Να ηξεύρετε ότι ένας από σας θα με πωλήση εις τους Εβραίους δια τριάντα φλωρία, και θα με περιγελάσουν οι Εβραίοι, θα με υβρίσουν, θα με δείρουν και θα με σκοτώσουν. Όμως μη λυπείσθε, διότι εγώ θέλω να σταυρωθώ, δια να σταυρώσω την αμαρτίαν και τον διάβολον, και να δώσω ζωήν εις τους ανθρώπους, και την τρίτην ημέραν ν’ αναστηθώ και να χαροποιήσω υμάς και τον ουρανόν και την γην, και να φαρμακώσω τον άδην και τους Εβραίους και μάλιστα τον διάβολον. Μάθετε δε και τούτο, μαθηταί μου, ότι τότε θα με αφήσετε όλοι και θα φύγετε. Απεκρίθη ο Πέτρος και λέγει: Κύριε, όλοι και αν σε αρνηθούν, εγώ δεν σε αρνούμαι ποτέ. Του λέγει ο Κύριος: Πέτρε, μη καυχάσαι. Όχι, Κύριε, είμαι έτοιμος να χύσω και το αίμα μου δια την αγάπην σου. Του λέγει ο Κύριος: Καλά, Πέτρε˙ ο καιρός θέλει το δείξει, Λέγει ο Πέτρος: Όχι, Κύριε, μη γένοιτο να σε αρνηθώ ποτέ. Λέγει του ο Κύριος: Εσύ οπού λέγεις ότι με αγαπάς, θα με αρνηθής απόψε˙ πριν λαλήση ο πετεινός δις, θα με αρνηθής τρις. Διότι καλύτερα ήξευρεν ο Κύριος την καρδίαν του Πέτρου παρά ο ίδιος. Πάλιν λέγει ο Πέτρος: Όχι, Κύριε˙ όλοι αν σε αρνηθούν, εγώ δεν σε αρνούμαι. Του λέγει ο Κύριος: Το σιτάρι όταν το πυρώση ο ήλιος, τότε φαίνεται πώς είνε ριζωμένον, αν δεν ξηρανθή. Ομοίως και κάθε χριστιανός όταν του έλθη πειρασμός και δεν αρνηθή τον Χριστόν, τότε είνε αληθής χριστιανός.
Ήλθεν η ώρα, παρεδόθη ο Κύριος θεληματικώς εις τους Ιουδαίους˙ ευθύς έφυγον οι Απόστολοι, καθώς είπεν ο Κύριος˙ επήραν οι Εβραίοι τον Χριστόν και τον επήγαν εις τα παλάτια του Άννα και του Καϊάφα και ήρχισαν να τον εξετάζουν πόθεν είνε. Επήγεν ο Πέτρος και ίστατο μακρόθεν δια να ίδη τα πάθη του Χριστού μας. Έρχεται ένας Εβραίος και λέγει του Πέτρου: Και συ μαζί με τον Χριστόν είσαι; Απεκρίθη ο Πέτρος: Όχι, δεν τον γνωρίζω τι άνθρωπος είνε. Ακούετε, αδελφοί μου, τί έκαμεν ο Πέτρος; Ηρνήθη τον Χριστόν και υπήγεν με τον διάβολον. Πρωτύτερα έστεκε να ίδη τι κάμνουν του Χριστού˙ ύστερον εκοίταζε την πόρταν να φύγη. Έρχεται και άλλος και λέγει του Πέτρου: Και συ μαζί με τον Χριστόν είσαι; Λέγει πάλιν ο Πέτρος: Δεν ηξεύρω τί μου λέγεις. Όταν εζύγωσε κοντά εις την πόρταν να φύγη, τον πιάνει και άλλος Εβραίος και του λέγει: Και συ μαθητής του είσαι; Λέγει ο Πέτρος: Να έχω το ανάθεμα, αν τον ηξεύρω αυτόν τον άνθρωπον. Ακούετε αδελφοί μου, ότι εκείνος, όστις έλεγεν ότι χύνει το αίμα του δια την αγάπην του Χριστού, τώρα τον αρνείται. Και καθώς ηρνήθη το τρίτον, ώ του θαύματος! ελάλησεν ο πετεινός, καθώς είπεν ο Κύριος. Ακούσας ο Πέτρος τον πετεινόν ενεθυμήθη τον λόγον του Κυρίου, και εξελθών έξω έκλαυσε με μαύρα δάκρυα, και εις όλην του την ζωήν, όταν ήκουε τον πετεινόν, έκλαιεν ενθυμούμενος την άρνησιν.
Εσταυρώθη ο Κύριος, ανέστη την τρίτην ημέραν, εφανερώθη εις τας μυροφόρους και τας λέγει: Υπάγετε και είπατε εις τους Αποστόλους και εις τον Πέτρον ότι ανέστην, και τους περιμένω εις την Γαλιλαίαν. Διατί εξεχώρισε τον Πέτρον; Δια να μάθη ότι εδέχθη την μετάνοιάν του ο Κύριος και τον εσυγχώρησεν. Επήγαν οι Απόστολοι εις τον Χριστόν και έλαβον την χάριν του Παναγίου Πνεύματος. Επήγε και ο Πέτρος, αμή έστεκε σκυθρωπός. Του λέγει ο Κύριος: Πέτρε, μ’ αγαπάς; Και τον ηρώτησε τρεις φοράς, εις διόρθωσιν των τριών αρνήσεων, και τον επανέφερεν εις την πρώτην του αξίαν.
Έπειτα διήλθε δύσιν και ανατολήν και έκαμε χιλιάδας χριστιανούς. Τον συνέλαβεν ένας βασιλεύς της Ρώμης και του έλεγεν ν’ αρνηθή τον Χριστόν και να προσκυνήση τα είδωλα. Ο δε Πέτρος του λέγει: Δεν τον αρνούμαι. Όθεν τον εσταύρωσε με το κεφάλι κάτω και παρέδωκε την αγίαν του ψυχήν εις χείρας του Χριστού μας και επήγεν εις τον παράδεισον.
Να είπωμεν και δια τα αγκάθια. Ο οσία Μαρία από δώδεκα χρονών κορίτσι έπεσεν εις τας χείρας του διαβόλου˙ ημέραν και νύκτα ευρίσκετο εις την αμαρτίαν. Την εφώτισεν ο ελεήμων Θεός και φεύγει από τον κόσμον και πηγαίνει εις την έρημον. Εκεί ασκήτευε σαράντα χρόνους, και εκαθαρίσθη και έγινε σαν άγγελος. Θέλων ο Κύριος να την αναπαύση έστειλεν ένα άγιον ασκητήν Ζωσιμάν να την εξομολογήση και να την μεταλάβη τα Άχραντα Μυστήρια. Και ύστερον παρέλαβε την αγίαν της ψυχήν εις τον παράδεισον να χαίρεται με τους αγγέλους. Ανίσως και είνε κανένας από σας ωσάν την οσίαν Μαρίαν, αυτήν την ώραν να κλαύση και μετανοήση, τώρα οπού έχει καιρόν, και ας είνε βέβαιος ότι θα σωθή καθώς και η οσία Μαρία.
Να ειπούμεν και δια την καλήν γην. Η αγία Παρασκευή ήτο δώδεκα χρονών κόρη από γένος ευγενικόν. Μείνασα ορφανή εμοίρασεν όλην της την περιουσίαν εις τους πτωχούς, και με αυτά ηγόρασε τον παράδεισον. Και μετεχειρίζετο ως φτιασίδια τα δάκρυα, ενθυμουμένη τας αμαρτίας της. Ως σκουλαρίκια είχε τα ώτα της ανοικτά δια ν’ ακούη τας Αγίας Γραφάς. Ως κορδόνι είχε τας πολλάς νηστείας, οπού έκαμνον τον λαιμόν της και έλαμπεν ως ο ήλιος. Ως δακτυλίδια τους κόμβους των δακτύλων της από τας πολλάς μετανοίας οπού έκαμνεν. Ως χρυσούν ζωνάριον την παρθενίαν οπού εφύλαξεν εις όλην της την ζωήν. Ως φόρεμα την εντροπήν οπού είχεν εις τον εαυτόν της και ο φόβος του Θεού οπού την εσκέπαζεν. Έτσι εστολίζετο η Αγία. Ανίσως και είνε κανένα κορίτσι και θέλη να στολίζεται, ας στοχασθή τι έκαμνεν η Αγία, να κάμνη και εκείνη, αν θέλη να σωθή. Έτσι, αδελφοί μου, η αγία Παρασκευή έμαθε γράμματα και έγινε σοφωτάτη. Και δια την καθαρότητά της την ηξίωσεν ο Θεός και έκαμνε και θαύματα. Ιάτρευε τυφλούς, κωφούς˙ ανέστηνε νεκρούς. Δύο Εβραίοι, τέκνα του διαβόλου, βλέποντας την Αγίαν να κάμνη θαύματα, την εφθόνησαν και την διέβαλον εις τον βασιλέα Αντωνίνον ως χριστιανήν. Την κράζει λοιπόν ο βασιλεύς και της λέγει ν’ αρνηθή τον Χριστόν και να προσκυνήση τους θεούς, να την κάμη βασίλισσαν. Λέγει του η Αγία: Εγώ δεν είμαι ανόητη ωσάν εσένα, να αρνηθώ τον Χριστόν μου και να υπάγω εις τον διάβολον˙ ν’ αφήσω την ζωήν και να υπάγω εις τον θάνατον. Άμποτε να άφηνες και συ το σκότος και να ήρχεσο εις το φως. Ακούετε, αδελφοί μου, ένα κορίτσι να ομιλή με τοιαύτην παρρησίαν εμπρός εις ένα βασιλέα; Όστις έχει τον Χριστόν μέσα εις την καρδίαν του, δεν φοβείται όλον τον κόσμον. Ανίσως θέλωμεν και ημείς να μη φοβούμεθα μήτε ανθρώπους μήτε δαίμονας, να έχωμεν το θεόν εις την καρδίαν μας. Λέγει ο βασιλεύς της Αγίας: Σου δίδω τρεις ημέρας διορίαν˙ αν δεν μου υπακούσης, θα σε θανατώσω. Λέγει του η Αγία: Βασιλεύ, εκείνο οπού θέλεις να κάμης εις τρεις ημέρας, κάμε το τώρα, διότι εγώ δεν αρνούμαι τον Χριστόν μου. Τότε προστάζει ο βασιλεύς και άναψαν μίαν μεγάλην πυρκαϊάν και βάνουν ένα καζάνι γεμάτο πίσσαν και θειάφι και βράζει καλά. Βλέπουσα η Αγία το καζάνι εχαίρετο, ότι έμελλε ν’ αναχωρήση από τούτον τον ψεύτικον κόσμον και να υπάγη εις εκείνον τον αληθινόν και αιώνιον. Προστάζει ο βασιλεύς να βάλλουν την Αγίαν εις το καζάνι δια να καή. Η Αγία έκαμε τον σταυρόν της και εμβαίνει μέσα. Περιμένει δύο – τρεις ώρας ο βασιλεύς και βλέπων οπού δεν καίεται η Αγία της λέγει: Παρασκευή, διατί δεν καίεσαι; Λέγει του η Αγία: Διότι ο Χριστός εδρόσισε το νερό και δεν καίομαι. Λέγει της ο βασιλεύς: Ράντισόν με και εμέ δια να ίδω, καίει; Επήρεν η Αγία με τας δύο της χείρας και του ρίπτει εις το πρόσωπον και ευθύς, ώ του θαύματος! ετυφλώθη και εγδάρθη το πρόσωπόν του. Φωνάζει ο βασιλεύς: Μέγας ο Θεός των χριστιανών και εις αυτόν πιστεύω και εγώ˙ και έβγα να με βαπτίσης. Εβγήκεν η Αγία και τον εβάπτισε με όλον του το βασίλειον. Έπειτα την απεκεφάλισεν άλλος βασιλεύς και υπήγεν εις τον παράδεισον να χαίρεται πάντοτε. Αυτή η Αγία έκαμε τα εκατόν κατά τον λόγον του Κυρίου.
Να είπωμεν και δι’ εκείνον οπού έφερε τα εξήκοντα. Εις τας 9 του Οκτωβρίου εορτάζει η Εκκλησία μας τον άγιον Ανδρόνικον με την σύζυγόν του Αθανασίαν. Τους είχε χαρίσει ο άγιος θεός δύο παιδία αρσενικά, και μίαν ημέραν απέθανον κα τα δύο. Κλαίουσα η Αθανασία δια τα τέκνα της, έρχεται άγγελος Κυρίου και της λέγει: Αθανασία, διατί κλαίεις; Τα τέκνα σου χαίρονται εις τον παράδεισον και θα τα απολαύσης εις την Δευτέραν Παρουσίαν, και μη λυπείσαι. Και έτσι την επαρηγόρησε. Λέγει η Αθανασία του Ανδρονίκου: Αφέντη, χιλιάδες άνδρες και γυναίκες εφύλαξαν παρθενίαν εις όλην των την ζωήν. Ημείς υπανδρευθήκαμεν και απελαύσαμεν τα σωματικά. Δεν γινόμεθα καλόγηροι να κάμωμεν και τα ψυχικά, να υπάγωμεν και εις τον παράδεισον; Απεκρίθη και ο ευλογημένος Ανδρόνικος και της λέγει: Ας γίνη, αδελφή μου, το θέλημα του Θεού. Και απ’ εκείνην την ώραν έζων ως αδελφοί. Εμοίρασαν την περιουσίαν των, επήγαν και οι δύο εις μοναστήριον και έγιναν καλόγηροι και έζησαν με νηστείας και σκληραγωγίας και επήγαν εις τον παράδεισον. Αυτοί έκαμον τα εξήκοντα, διότι έκαμον πρώτον τα σωματικά και δεύτερον τα ψυχικά. Αυτοί βέβαια είνε κατώτεροι από την αγίαν Παρασκευήν. Ανίσως και θέλη κανένας από σας να κάμη τα εξήκοντα, ας αγωνίζεται ωσάν τον άγιον Ανδρόνικον και την αγίαν Αθανασίαν και σώζεται.
Πάλιν αν δεν ημπορήτε να κάμετε τα εξήκοντα, μιμηθήτε εκείνον οπού έκαμε τα τριάκοντα. Εις την ανατολήν ήτο ένας άνθρωπος ιερεύς, το όνομα Ιωάννης, υπανδρευμένος. Είχεν είκοσι παιδία. Μίαν ημέραν υπήγεν ένας Δεσπότης εις το σπίτι του παπά, βλέπει τα παιδία και ερωτά τίνος είνε. Ιδικά μου, λέγει ο παπάς, είνε˙ ο Θεός μου τα εχάρισε. Του λέγει ο Δεσπότης: Πόσους χρόνους είσαι υπανδρευμένος; Δεκαοκτώ, λέγει ο παπάς. Τότε λέγει ο Δεσπότης: Δια δεκαοκτώ χρόνους έχεις 20 παιδία; Εσύ πρέπει να καθαιρεθής. Λέγει του ο παπάς: Να εξομολογηθώ, Δεσπότη μου, και αν το εύρης εύλογον, ας γίνη ο ορισμός του Θεού. Ήρχισεν ο παπάς και λέγει: Εγώ, Δεσπότη μου, έμαθα γράμματα Ελληνικά, έγινα δεκαοκτώ χρονών αναγνώστης, εικοσιπέντε διάκονος και τριάκοντα ιερεύς χωρίς να σώσω καν ένα άσπρο. Κατά τους θείους νόμους υπανδρεύθηκα. Πρώτον εξωμολογηθήκαμε με την παπαδιά μου, επήγαμεν εις την εκκλησίαν και εστεφανωθήκαμεν, έπειτα κοινωνήσαμεν τα Άχραντα Μυστήρια και μετά τρεις ημέρας εσμίξαμεν. Και ωσάν εγκαστρώθη, εχωρίσαμεν έως οπού εγέννησεν. Εσαράντισε, και τότε πάλιν εσμίξαμεν, και πάλιν εχωρίσαμεν έως οπού εγέννησε. Εσαράντισε, και τότε πάλιν εσμίξαμεν, και πάλιν εχωρίσαμεν, και με τέτοιον τρόπον εκάμαμε τα είκοσι τέκνα, πανιερώτατε. Λέγει ο Δεσπότης. Συγχωρημένος και ευλογημένος να είσαι˙ να κάμης πενήντα και εκατόν τέκνα. Έτσι ο ευλογημένος Ιωάννης έμαθε τα τέκνα του γράμματα, τα επαίδευσε με νουθεσίας καλάς, και επέρασεν εδώ καλά και επήγεν εις τον παράδεισον. Αυτός έκαμε τα τριάκοντα. Θέλεις και συ, αδελφέ μου, να κάμης τα τριάκοντα; Μιμήσου τον παπά Ιωάννην τώρα οπού έχεις καιρόν.
Αυτή είνε η εξήγησις της παραβολής. Οδός είνε οι Εβραίοι, οι οποίοι είνε δια την κόλασιν. Πέτρα είνε οι ασεβείς. Και καλή γη είνε οι ευσεβείς και ορθόδοξοι χριστιανοί, οι οποίοι σώζονται. Αλλά πώς σώζονται; Ο καθένας καθώς έπραξεν˙ αν δηλαδή έκαμε καλά, πηγαίνει εις τον παράδεισον˙ αν κακά, πηγαίνει εις την κόλασιν.
ΔΙΔΑΧΗ Γ’*3
Ερευνάτε τας Γραφάς ότι εν αυταίς ευρίσκετε ζωήν αιώνιον. Ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός, αδελφοί μου, ο γλυκύτατος Δεσπότης και ποιητής των Αγγέλων και πάσης νοητής και αισθητής κτίσεως, παρακινούμενος από την ευσπλαγνίαν και πολλήν του αγαθότητα και αγάπην οπού έχει εις το γένος μας, μας εχάρισε και μας χαρίζει καθ’ εκάστην ημέραν την αυγήν και τον δοξάζομεν. Και εδιαβάσαμεν το άγιον Ευχέλαιον, και εχρίσθημεν εις βοήθειάν μας, και άμποτε ο Κύριος να μας ευσπλαγχνισθή δια πρεσβειών της Δεσποίνης ημών Θεοτόκου και Αειπαρθένου Μαρίας και πάντων των Αγίων, να συγχωρήση τας αμαρτίας μας και να μας αξιώση της βασιλείας των ουρανών, να ευφραινώμεθα και να δοξάζωμεν την Αγίαν Τριάδα. Τον παλαιόν καιρόν, χριστιανοί μου, οι άνθρωποι ήσαν καθαροί και ωμίλουν με τον Θεόν˙ ύστερον όμως εξέπεσαν εις αμαρτίαν και δεν ήσαν άξιοι να ομιλούν με τον Θεόν. Εφώτισε πρώτον το Άγιον Πνεύμα τους αγίους Προφήτας και μας έγραψαν την Αγίαν Γραφήν˙ εφώτισε δεύτερον τους αγίους Αποστόλους˙ εφώτισε και τρίτον τους αγίους Πατέρας και μας εξήγησαν τα βιβλία της Εκκλησίας μας, δια να ηξεύρωμεν που περιπατούμεν.
Κατά τον καιρόν εκείνον ήτον ένας άνθρωπος και ελέγετο Μωυσής. Αυτός από μικρόν παιδίον οπού ήτον, έλαβε δύο χαρίσματα εις την καρδίαν του˙ αγάπην εις τον Θεόν και εις τους αδελφούς του. Ώστε πρέπει και ημείς οι ευσεβείς χριστιανοί να έχωμεν αυτάς τας δύο αγάπας, και αύτη είνε η εντολή του Κυρίου: «Αύτη εστίν η εντολή η εμή ίνα αγαπάτε αλλήλους καθώς ηγάπησα υμάς». Ακούετε, αδελφοί μου, τι λέγει ο Χριστός; Ότι καθώς εγώ υβρίσθηκα, εδάρθηκα, επείνασα, εδίψασα, και εσταυρώθηκα, και έχυσα το αίμα μου δια την αγάπην σας, δια να σας ελευθερώσω από τας χείρας του διαβόλου, έτσι πρέπει και σεις ν’ αγαπάτε τον Θεόν και τους αδελφούς σας, και, αν τύχη και ανάγκη, να χύνετε και το αίμα σας δια την αγάπην του Θεού και του αδελφού σας. Η τελεία αγάπη είνε να πωλήσης όλα σου τα πράγματα και να τα δώσης ελεημοσύνην, και συ να πωληθής σκλάβος, και όσα παίρνεις να τα δίδης ελεημοσύνην. Εις την ανατολήν ήτον ένας Δεσπότης, του επήραν από την επαρχίαν του εκατόν σκλάβους, επώλησεν όλα του τα πράγματα και τους εξεσκλάβωσεν. Ένα παιδί μιας χήρας απέμεινε σκλαβωμένο. Τί κάμνει ο Δεσπότης; Ξυρίζεται και πηγαίνει και παρακαλεί τον αφέντη οπού είχε το παιδί, να το ελευθερώση, και να κρατήση εκείνον σκλάβον, όπερ και εγένετο. Και επερνούσε μεγάλην σκληραγωγίαν, έως οπού δια την υπομονήν του τον ηξίωσεν ο Θεός και έκαμνε θαύματα. Ύστερα τον ηλευθέρωσεν ο αφέντης του και πάλιν έγινεν αρχιερεύς. Αυτήν την αγάπην θέλει ο θεός να έχωμεν και ημείς. Ευρίσκεται κανένας να έχη αυτήν την αγάπην; Όχι! Μη πωλείσαι συ, πώλησον μόνον τα πράγματά σου και δος τα ελεημοσύνην. Δεν δύνασαι και τούτο; Μη παίρνης το ψωμί του αδελφού σου, μη τον κατατρέχης, μη τον συκοφαντής. Πώς θέλομεν να σωθώμεν, αδελφοί μου; Το ένα μας φαίνεται βαρύ, το άλλον πικρόν. Ο Θεός είνε εύσπλαγχνος, ναι˙ άλλ’ είνε και δίκαιος˙ έχει και ράβδον σιδηράν. Λοιπόν αν θέλωμεν να σωθώμεν, πρέπει να έχωμεν την αγάπην εις τον Θεόν και εις τους αδελφούς μας. Ενήστευσεν ο Μωυσής σαράντα ημερόνυκτα και έγινεν ωσάν άγγελος. Έτσι και ημείς να νηστεύωμεν την Τετάρτην, διότι επωλήθη ο Χριστός μας, και την Παρασκευήν, διότι εσταυρώθη. Και καθώς ο Μωυσής έμαθε γράμματα, έτσι πρέπει και ημείς να μανθάνωμεν, δια να ηξεύρωμεν τον Νόμον του Θεού˙ και αν δεν εμάθατε οι γονείς, πρέπει να μάθουν τα τέκνα σας. Δεν βλέπετε ότι αγρίωσε το Γένος μας από την αμάθειαν και εγίναμεν ωσάν θηρία; Δια τούτο σας συμβουλεύω να κάμετε σχολείον, δια να εννοήτε το άγιον Ευαγγέλιον και τα λοιπά βιβλία.
Βλέπων ο πανάγαθος Θεός την καλήν του γνώμην τον ηξίωσε και έγινε βασιλεύς εις τους Εβραίους και εβασίλευσε τεσσαράκοντα χρόνους˙ τον ηξίωσε και έγινε προφήτης. Και τί θέλει να ειπή προφήτης; Να ηξεύρη τα περασμένα και τα μέλλοντα. Έτσι και ημείς, αδελφοί μου, όταν κάμωμεν καλά έργα, μας αξιώνει και ημάς, και ό,τι του ζητήσωμεν με πίστιν μας το δίδει. Ει δε και κάμνομεν κακά και δεν έχομεν αγάπην και έχομεν μίσος, τότε δεν έχομεν μέρος με τον Θεόν, αλλά με τον διάβολον εις την κόλασιν να καιώμεθα πάντοτε.
Τον παλαιόν καιρόν, αδελφοί μου, ο μισόκαλος διάβολος έβγαλεν όλας του τας κακίας και παρεκίνει τους ανθρώπους να υπερηφανεύωνται, να φονεύωνται, να πορνεύουν, να μοιχεύουν, να κάμνουν πράγματα τα οποία δεν τα έκαμνον μήτε τα άλογα ζώα, και το χειρότερον, επροσκυνούσαν δια Θεόν τον ήλιον, άλλος την σελήνην, άλλος την θάλασσαν. Θέλων ο Θεός να κάμη κατακλυσμόν να χαλάση τον κόσμον, επρόσταξε τον Νώε να κάμη ένα καράβι επάνω εις την γην, δια να τον ερωτούν οι άνθρωποι, διατί το κάμνεις; Να τους λέγη ότι ο Θεός θα χαλάση τον κόσμον, και αυτοί θα τον περιγελούν, αλλά να μη τον μέλη. Ήρχισεν ο Νώε το καράβι. Τον ερωτούσαν οι άνθρωποι: Διατί κάμνεις το καράβι; Ο Νώε τους έλεγε: Διότι ο Θεός θα χαλάση τον κόσμον. Εκείνοι του έλεγον ότι είνε τρελλός. Τί έπαθεν ο Θεός να χαλάση τον κόσμον; Ο Νώε ετήραγε την δουλειά του, και εις τους 100 χρόνους ετελείωσε το καράβι. Τον καιρόν εκείνον οκτώ άνθρωποι ευρέθησαν καλοί˙ ο Νώε, η γυναίκα του, τα τρία του τέκνα και αι τρεις του νυφάδες. Θέλων ο Θεός να φυλάξη αυτούς τους οκτώ, επρόσταξε τον Νώε να πισσώση το καράβι, δια να μη έμβη μέσα βροχή, και να εμβάση μέσα όλα τα ζώα, αρσενικά και θηλυκά, καθαρά και ακάθαρτα. Και αφού εμβήκε και αυτός μέσα με την γυναίκα του, τα παιδιά του και οι νυφάδες του, έκλεισε καλά το καράβι. Οι άνθρωποι έξω έτρωγον, έπινον, έκαμνον πραγματείας και άλλα διαβολικά έργα. Τότε ήνοιξεν ο Θεός τους καταράκτας του ουρανού και έπιπτεν η βροχή ως ποταμός εις την γην. Εφώναζον οι άνθρωποι: Νώε, άνοιξόν μας να έμβωμεν εις το καράβι. Ο Νώε τους έλεγε: Πού ήσθε εδώ και εκατό χρόνους οπού σας έλεγον ότι ο Θεός θα χαλάση τον κόσμον; Τώρα τί να σας κάμω; Εν τω Άδη ουκ έστι μετάνοια. Και τότε επλημ-μύρισεν η γη, και το νερό εσκέπασεν όλα τα όρη, και επνίγησαν όλοι οι άνθρωποι, εκτός του Νώε και της οικογενείας του. Και πάλιν από αυτούς εγέμισεν όλος ο τόπος, καθώς λέγει ο Χριστός εις το άγιον Ευαγγέλιον. «Ώσπερ αι ημέραι του Νώε, ούτως έσται και η παρουσία του υιού του ανθρώπου», ήγουν: Καθώς εις τον καιρόν του Νώε οι άνθρωποι δεν επίστευον, αλλά τον περιεγέλων, έως ότου ήλθεν έξαφνα η οργή του Θεού, ο κατακλυσμός, και έπνιξεν όλον τον κόσμον, ομοίως και τώρα, χριστιανοί μου, εις την Δευτέραν Παρουσίαν του Κυρίου, δεν θα πιστεύωσιν οι άνθρωποι καθώς και τότε. Τα λόγια οπού σας λέγω δεν είνε ιδικά μου, αλλά του Αγίου Πνεύματος˙ και όστις θέλει, ας πιστεύση. Εγώ το χρέος μου το έκαμα. Έπαθα μίαν απάτην, αδελφοί μου˙ όταν ήμουν νέος έλεγα: Ας κάμω αμαρτίας, και όταν γηράσω, κάμνω καλά και σώζομαι. Τώρα εγήρασα και αι αμαρτίαι έκαμον ρίζας και δεν ημπορώ να κάμω κανένα καλόν. Λοιπόν προσέξετε και σεις να μη πάθητε τα όμοια, αλλά τώρα, οπού έχετε καιρόν, κάμετε έργα καλά δια να σωθήτε.
Τριακοσίους χρόνους μετά την Ανάστασιν του Χριστού μας έστειλεν ο Θεός τον άγιον Κωνστα-ντίνον και εστερέωσε βασίλειον χριστιανικόν˙ και το είχαν χριστιανοί το βασίλειον 1150 χρόνους. Ύστερον το εσήκωσεν ο Θεός από τους χριστιανούς και έφερεν τον Τούρκον και του έδωσε δια ιδικόν μας καλόν, και το έχει ο Τούρκος 320 χρόνους. Και διατί έφερεν ο Θεός τον Τούρκον και δεν έφερεν άλλο γένος; Δια ιδικόν μας συμφέρον˙ διότι τα άλλα έθνη θα μας έβλαπτον εις την πίστιν, ο δε Τούρ-κος άσπρα άμα του δώσης, κάμνεις ό,τι θέλεις.
Θέλων ο Κύριος να μας φυλάξη από την κατάκρισιν μας εχάρισεν ένα λόγον, τον οποίον αν φυλάξωμεν θα σωθώμεν. Ποίος είνε ο λόγος ούτος; «Ο συ μισείς, ετέρω μη ποιήσης», δηλαδή: «Εκείνο, το οποίον δεν θέλεις να σου κάμη άλλος, μη το κάμνεις και συ εις άλλον». Καθώς δεν θέλεις να σε κλέψουν, να σε συκοφαντήσουν, να σε υβρίσουν οι άλλοι, έτσι και συ να μη κλέπτης, να μη φονεύης τους άλλους.
Τώρα σας συμβουλεύω να κάμετε από ένα κομβολόγι μικροί και μεγάλοι και να το κρατήτε με το αριστερό χέρι, και με το δεξιό να κάμνετε τον σταυρόν σας και να λέγετε: Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ και Λόγε του Θεού του ζώντος, δια της Θεοτόκου και πάντων των Αγίων ελέησόν με τον αμαρτωλόν και ανάξιον δούλόν σου. Ο πανάγαθος Θεός μας εχάρισε τον τίμιον Σταυρόν με τον οποίον να ευλογώμεν, και τα Άχραντα Μυστήρια. Με τον σταυρόν να ανοίγωμεν τον παράδεισον, με τον σταυρόν να διώκωμεν τους δαίμονας αλλά πρέπει να έχωμεν το χέρι μας καθαρόν από αμαρτίας, και τότε κατακαίεται ο διάβολος και φεύγει: Όθεν, αδελφοί μου, ή τρώγετε ή πίνετε ή δουλεύετε, να μη σας λείπη αυτός ο λόγος και ο σταυρός˙ και καλόν και άγιον είνε να προσεύχεσθε πάντοτε την αυγήν, το βράδυ και τα μεσάνυκτα.
Ακούσατε, αδελφοί μου, πώς πρέπει να γίνεται ο σταυρός και τι σημαίνει. Πρώτον˙ όπως η Αγία Τριάς δοξάζεται εις τον ουρανόν από τους Αγγέλους, ούτω και συ να σμίγης τα τρία σου δάκτυλα της δεξιάς χειρός˙ και μη δυνάμενος να αναβής εις τον ουρανόν να προσκυνήσης, βάνεις την χείρά σου εις την κεφαλήν σου (διότι η κεφαλή σημαίνει τον ουρανόν) και λέγεις: Καθώς οι Άγγελοι δοξά-ζουσι την Αγίαν Τριάδα εις τον ουρανόν, έτσι και εγώ ως δούλος δοξάζω και προσκυνή την αγία Τριάδα˙ και καθώς τα δάκτυλα είνε τρία, είνε ξεχωριστά, είνε και μαζί, έτσι και η Αγία Τριάς είνε τρία πρόσωπα, άλλ’ εις Θεός. Κατεβάζων το χέρι σου εις την κοιλίαν σου να λέγης˙ Σε προσκυνώ και Σε λατρεύω, Κύριέ μου, ότι καταδέχθης και εσαρκώθης εις την κοιλίαν της Θεοτόκου δια τας αμαρτίας μας. Το βάζεις πάλιν εις τον δεξιόν σου ώμον και λέγεις: Σε παρακαλώ, Θεέ μου, να με συγχωρήσης και να με βάλης εις τα δεξιά σου με τους δικαίους. Βάνοντάς το πάλιν εις τον αριστερόν ώμον λέγεις: Σε παρακαλώ, Κύριέ μου, μη με βάλης εις τα αριστερά με τους αμαρτωλούς. Έπειτα κύπτοντας κάτω εις την γην: Σε δοξάζω, Θεέ μου, Σε προσκυνώ και Σε λατρεύω, ότι καθώς εβάλθηκες εις τον τάφον, έτσι θα βαλθώ και εγώ. Και όταν σηκώνεσαι ορθός, φανερώνει την ανάστασιν και λέγεις: Σε δοξάζω και Σε προσκυνώ, Κύριέ μου, ότι ανέστης εκ νεκρών δια να μας χαρίσης ζωήν αιώνιον. Αυτό σημαίνει ο Σταυρός!
Να είπωμεν και ένα παράδειγμα, να ιδήτε την δύναμιν του Σταυρού. Εις την Αίγυπτον ήτον ένας βασιλεύς ασεβής˙ είχε και ένα Εβραίον βεζίρην, όστις έπειτα έγινε Τούρκος. Εις την Αλεξάνδρειαν ήτον ένας Πατριάρχης, το όνομα Ιωακείμ, άγιος άνθρωπος και σοφός. Ακούων ο βασιλεύς ότι ήτο άγιος άνθρωπος ο Πατριάρχης, τον ηγάπα πολύ. Λέγει ο Εβραίος: Κράξε, βασιλεύ, τον Πατριάρχην να έλθη να διαλεχθώμεν μαζί, και να ιδής οπού θα μείνη αναπολόγητος. Έκραξεν ο βασιλεύς τον Πατριάρχην να έλθη. Λέγει του ο Εβραίος: Εγώ θέλω, Πατριάρχη, να διαλεχθώμεν μερικά περί πίστεως. – Με τον ορισμόν σου. Έτοιμος είμαι δια την πίστιν μου να χύσω και το αίμα μου. και κάμνων αρχήν ο Πατριάρχης να φιλονεική με τον Εβραίον, με ένα τρόπον επιδέξιον πάντοτε τον ενίκα τον Εβραίον. Λέγει ο Εβραίος του Πατριάρχη: Διατί να φιλονεικώμεν; Ακούω οπού λέγει ο Χριστός εις το Ευαγγέλιον ότι, όστις έχει πίστιν ως κόκκον σινάπεως, μεταφέρει ένα βουνό από ένα μέρος εις άλλο. – Μάλιστα, του λέγει ο Πατριάρχης. Λέγει του ο Εβραίος: – Λοιπόν, αν είσαι άξιος, πρόσταξε και συ να γίνη, και τότε να πιστεύσω. Τότε εζήτησεν ο Πατριάρχης τρεις ημέρας διορίαν, και λέγει του βασιλέως: Έτοιμος είμαι δια το πρόσταγμα οπού είπομεν. Ήτο εκεί ένα βουνό τρεις ώρας μακράν. Λέγει ο Εβραίος του Πατριάρχη να σηκώση εκείνο το βουνό. Τότε πιάνει ο Πατριάρχης και θυμιάζε εκείνο το βουνό, και κάμνει το σταυρόν του τρεις φοράς λέγων και το όνομα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού. Είτα λέγει: Σε προστάζω εσέ, βουνό, να σηκωθής να έλθης εις την Αίγυπτον. Και ώ του θαύματος! Ευθύς εσηκώθη το βουνόν και έγινεν εις τρία, εις τύπον της Αγίας Τριάδος, και εκίνησε και ήρχετο. Φωνάζει ο βασιλεύς: Πατριάρχη, βοήθησέ μας, διότι εχαθήκαμεν. Και κάμνων δέησιν πάλιν ο Πατριάρχης, εστάθη το βουνόν εις έξι μίλλια μακράν από την πόλιν. Άλλ’ ο Εβραίος δεν επίστευσε και λέγει του βασιλέως: Ο Χριστός λέγει και άλλο˙ ότι όποιος έχει πίστιν, αν πίη θανά-σιμον φαρμάκι, δεν αποθνήσκει. Λοιπόν, ειπέ του Πατριάρχη να του κάμω φαρμάκι να το πιή και αν δεν αποθάνη, να πιστεύσωμεν και ημείς. Να ηξεύρης και τούτο, βασιλεύ, ότι οι χριστιανοί έχουν τον σταυρόν κάμνοντές τον τα διαλύουν όλα˙ και το πικρό το κάμνουν γλυκό. Κάμνει λοιπόν ο Εβραίος το φαρμάκι ίνα άμα το εγγίξη εις το στόμα του ο Πατριάρχης αποθάνη. Το πηγαίνει εις τον βασιλέα και του λέγει: Πρόσταξε τον Πατριάρχην να το πίη και να μη κάμη τον σταυρόν του. Κράζει ο βασιλεύς τον Πατριάρχην και τον προστάζει να πίη το φαρμάκι ως ήθελεν ο Εβραίος. Καλά, λέγει ο Πατριάρχης μου έδωσες, βασιλεύ τούτο το ποτήρι, μα δεν μου είπες πόθεν να το πίω, και κάμνων το δεξιόν του χέρι ως να ευλογή εις τύπον, ερωτά πόθεν να το πίη, εδώθεν ή εκείθεν, και το σταυρώνει. Αμή εκείνος δεν το εκατάλαβε. Λέγει του ο Εβραίος: Πίε το όθεν θέλεις. Και πίνοντάς το ο Πατριάρχης έ-μεινεν υγιής. Λέγει τότε του βασιλέως: Εγώ έπια όλο το φαρμάκι, ο δε Εβραίος να ξεπλύνη το ποτήρι με ολίγο νερό και να το πίη. Και αν δεν πάθη τίποτε, να πιστεύσωμεν και ημείς εις την πίστιν του. Δεν ήθελεν ο Εβραίος, να το πίη, τον εβίασεν όμως ο βασιλεύς και το έπιε, και ώ του θαύματος! Έ-σκασεν ευθύς και απέθανεν. Εκαταλάβατε, αδελφοί μου; όστις έχει πίστιν εις τον Χριστόν μας και εί-νε καθαρός δεν παθαίνει κανέν κακόν.
Θέλετε ν’ ακούσετε και άλλο δια τον σταυρόν, πώς δεν ενεργεί, όταν είνε μολυσμένο το χέρι από αμαρτίας; Ήτον ένας άνθρωπος ονομαζόμενος Ιουλιανός αναγνώστης, όστις εσπούδασε γράμμα-τα με τον Μέγαν Βασίλειον, ο οποίος ηθέλησε να γίνη βασιλεύς. Πηγαίνει λοιπόν και ευρίσκει ένα μάγον Εβραίον και του λέγει: Είσαι καλός 31 να με κάμης βασιλέα και να σε κάμω βεζίρη; Του λέγει ο μάγος: Αρνήσου τον Χριστόν! Και εγώ να σε κάμω. Λέγει του ο Ιουλιανός: Τον αρνούμαι. Τότε κάμνει ένα γράμμα ο μάγος και του λέγει: Πάρε τούτο το χαρτί και πήγαινε εις ένα μνήμα ελλη-νικό και ρίψε το υψηλά και θα έλθουν δαίμονες και ό,τι σου κάμνουν μη φοβηθής και να μη κάμης τον σταυρόν σου, διότι θα φύγουν. Επήγεν ο Ιουλιανός εις το μνήμα και ρίχνοντας το χαρτί, ήλθαν οι δαίμονες. Αυτός φοβηθείς και κάμνοντας τον σταυρόν του έφυγον οι δαίμονες. Πηγαίνει ευθύς εις τον μάγον και του λέγει τα γενόμενα. Τότε του λέγει ο μάγος: Πήγαινε να σφάξης ένα παιδί και να μου φέρης την καρδιά του. Επήγε και έσφαξε το παιδί και του έφερε την καρδιά. Τότε κράζει πάλιν τους δαίμονας ο μάγος. Αυτός πάλιν από τον φόβον του έκαμε τον σταυρόν˙ άλλ’ οι δαίμονες δεν εφοβήθησαν, διότι ήτο μολυσμένος από τον φόνον. Έτσι έκαμε το θέλημά του και εβασίλευσε δύο χρόνους και επήγεν εις την κόλασιν και καίεται πάντοτε. Πρέπει και ημείς να είμεθα καθαροί από αμαρτίας, και τότε φεύγει ο διάβολος.
Ήθελα, χριστιανοί μου, να είμαι πάντοτε μαζί σας, να σας λέγω πότε το ένα, πότε το άλλο˙ μα τι να σας κάμω, οπού είνε χιλιάδες χώρες, οπού δεν ήκουσαν λόγον Θεού ποτέ και με περιμένουν. Δια τούτο σας παρακαλώ, άγιοι ιερείς, και σας παραγγέλλω να φροντίσητε δια τους κοσμικούς πώς να σωθώσι και εκείνοι και σεις. Ομοίως πάλιν οι κοσμικοί να τιμάτε τους ιερείς σας˙ καν αν τύχη ένας ιερεύς και ένας βασιλεύς, τον ιερέα να προτιμήσης˙ και αν τύχη ένας ιερεύς και ένας άγγελος, τον ιερέα να προτιμήσης, διότι ο ιερεύς είναι ανώτερος από τους Αγγέλους. Ο δε ιερεύς οπού θέλει το καλόν του, να διαβάση τον Νόμον, να καταλάβη το χρέος του. Δια τους αγίους ιερείς δεν έχω να σας πω τίποτε. Εγώ έχω χρέος, όταν απαντήσω ιερέα να σκύψω να του φιλήσω τα χέρια και να τον παρακαλέσω να παρακαλή τον Θεό δια τας αμαρτίας μου. Διότι όλος ο κόσμος να παρακαλέση τον Θεόν δεν δύνανται να τελειώσουν τα Άχραντα Μυστήρια, και ένας ιερεύς, έστω και αμαρτωλός, δύναται με την χάριν του Αγίου Πνεύματος να τα τελειώση.
Λέγων μόνον ότι όστις θέλει να γίνη ιερεύς, πρέπει να είνε καθαρός ως άγγελος˙ να ηξεύρη γράμματα να εξηγή το άγιον Ευαγγέλιον. Και όταν γίνη 30 χρονών και τον παρακαλέσουν οι κοσμικοί και ο Δεσπότης, τότε να γίνεται ιερεύς, χωρίς να δώση χρήματα. Και να κατοική πλησίον εις την εκκλησίαν, όποιαν ώραν τον ζητήσουν οι κοσμικοί να τον ευρίσκουν. Να στοχάζεται ποίος είνε μαλωμένος με την γυναίκα του, ποίος αδελφός με τον αδελφόν του, ποίος γείτονας με τον γείτονά του, να τους φέρη εις αγάπην, και να θυσιάζεται δια το ποίμνιόν του. Και όταν λειτουργή και τελειώνη το Ευαγγέλιον, να το εξηγή εις τους χριστιανούς, τι παραγγέλλει ο Χριστός να κάμνουν. Και να στοχάζεται ότι οι φούντες, οπού είνε εις το επιτραχήλι, σημαίνουν τας ψυχάς των χριστιανών˙ και αν χαθή μία ψυχή, έχει να δώση λόγον εν ημέρα κρίσεως. Και να στοχάζεται ότι το φαιλόνι οπού φορεί και δεν έχει μανίκια, φανερώνει πως ο ιερεύς δεν πρέπει να έχη χέρια να ανακατώνεται εις τα κοσμικά πράγματα, αλλά να έχη πάντοτε τον νουν του εις τον ουρανόν. Και όταν μαζεύη το φαιλόνιον και γίνεται ωσάν δύο πτέρυγες φανερώνει πως αν κάμνη καλά έργα, ωσάν άγγελος θα πετάξη να υπάγη εις τον παράδεισον. Αν δε είνε ανάξιος, αγράμματος, μολυσμένος με αμαρτίας, και δίδη γρόσια, και βάνη μεσίτας να γίνη ιερεύς, τότε με αυτά αγοράζει την κόλασιν και όταν λέγη το Ευαγγέλιον, και λέγη τόσα ψεύματα, αλλοίμονον εις εκείνον τον ιερέα.
Τον παλαιόν καιρόν οι άνθρωποι, όταν ήθελον να παιδεύσουν κανένα άνθρωπον, έκανον όρκον και έλεγον, να δώση ο Θεός να τον βάλη με τους ιερείς του 18ου αιώνος. Δια τούτο, αδελφοί μου, είνε δύσκολον την σήμερον να σωθούν πατριάρχαι, αρχιερείς, ιερείς κ.λ.π. Δια τούτο σας συμβουλεύω, άγιοι ιερείς, τώρα που έχετε καιρόν, μετανοήσατε, ίνα σωθήτε.
Οι προεστοί οπού είσθε εις τα χωρία, αν θέλετε να σωθήτε, πρέπει να αγαπάτε όλους τους χριστιανούς καθώς και τα παιδιά σας, και να ρίχνετε τα χρέη κατά δύναμιν εκάστου, και να μη κάμνετε φιλοπροσωπείαν. Ομοίως και σεις οι κατώτεροι να τιμάτε τους μεγαλυτέρους σας. Οι άνδρες ν’ αγαπάτε τας γυναίκας σας˙ και αν η γυναίκα σου είνε κακή και την υπομένης και την συμβουλεύης, έχεις μισθόν από τον Θεόν. Ομοίως και αι γυναίκες να αγαπάτε και να υποτάσσεσθε εις τους άνδρας, διότι με την υπομονήν και την υπακοήν εις το καλόν έχετε μισθόν εις την ψυχήν σας. Και αν έχη και κανένα σφάλμα, να το παραβλέπετε, διότι ο άνδρας έχει περισσοτέρας φροντίδας από την γυναίκα. Λοιπόν πρέπει αμφότεροι ν’ αγαπάτε αλλήλους. Ομοίως και τα τέκνα να τιμάτε και να σέβεσθε τους γονείς σας, διότι όστις δεν τιμά και δεν υπακούει τους γονείς του εις το καλόν, κολάζεται.
Πάλιν, έτυχεν οι γονείς σου και ηρνήθησαν τον Χριστόν, και σε παρακινούν και σε να τον αρνηθής; Τότε να μην ακούσης, και έχεις μισθόν από τον Θεόν, καθώς έκαμεν ο Αβραάμ, οπού τον έστειλεν ο πατήρ του Θάρα, ο ειδωλάτρης, να φέρη ένα πρόβατον να θυσιάση εις τα είδωλα, και εις τον δρόμον οπού επήγαινεν ο Αβράαμ εσκέφθη με τον νουν του, ότι τούτος ο κόσμος, οπού στέκει πάντοτε καινούργιος, τάχα δεν έχει αφέντη; Και διατί ο πατέρας μου να προσκυνά τα είδωλα, κωφά και αναίσθητα, και να μη προσκυνά τον αληθή Θεόν οπού εποίησε τον ουρανόν, την γην κ.λ.π; Και ευθύς ήκουσε φωνήν ουρανόθεν: Καλή είνε η γνώμη σου και πήγαινε εις την γην της επαγγελίας και κάθησε εκεί έως να σου είπω τι να κάμης, διότι, αν υπάγης οπίσω εις τον πατέρα σου να του ειπής αυτά οπού εστοχάσθης, θα σε θανατώση˙ αλλά φεύγα. Έτσι επήγεν ο Αβραάμ και τον έκαμεν ο Θεός υπέρπλουτον ως βασιλέα. Και ηυλόγησεν ο Θεός το σπέρμα του και έγιναν ωσάν τα άστρα του ουρανού. Είχε και 318 δούλους, τους οποίους είχεν ως αδελφούς του. Βλέπετε, αδελφοί μου, όστις έχει τον νουν του εις τον Θεόν, πως ο Θεός τον αξιώνει να περνά και εδώ καλά και πηγαίνει εις τον παράδεισον. Και όταν τα τέκνα σας θέλουν να γίνουν καλόγηροι, μη τα εμποδίζετε, αλλά να χαίρετε διότι ακολουθούν τον καλόν δρόμον. Όταν όμως τα βλέπης εις τον κακόν δρόμον, να τα εμποδίζης.
Να έχετε ευλάβειαν εις όλους τους Αγίους της Εκκλησίας, και περισσότερον εις την Δέσποιναν Μαρίαν, διότι όλοι οι Άγιοι είνε δούλοι του Χριστού, η δε Θεοτόκος είνε Βασίλισσα του ουρανού και της γης, ήτις παρακαλεί τον εύσπλαγχνος Χριστόν δια τας αμαρτίας μας. Δια τούτο πρέπει και ημείς να τιμώμεν την Δέσποινάν μας με νηστείας και ελεημοσύνας.
Ένας άνθρωπος ονομαζόμενος Ιωάννης ενικήθη και έγινε κλέπτης, έγινε και καπετάνιος εις 100 κλέπτας˙ αλλά είχε πολλήν ευλάβειαν εις την Θεοτόκον και κάθε πρωί και εσπέρας έλεγε τους Χαι-ρετισμούς της Παναγίας. Θέλων ο πανάγαθος Θεός να τον σώση δια την ευλάβειαν οπού είχεν εις την Θεοτόκον, έστειλεν ένα άγιον ασκητήν, τον οποίον άμα είδον οι κλέπται τον έπιασαν. Τους λέγει ο ασκητής: Σας παρακαλώ, να με υπάγετε εις τον καπετάνιον σας, διότι έχω να σας ειπώ λόγον δια το καλόν σας. Τον υπήγαν εις τον καπετάνιον και του λέγει: Κράξε μου όλα τα παλληκάρια να έλθουν να σας ειπώ ένα λόγον. Τους κράζει ο καπετάνιος και ήλθαν. Λέγει ο ασκητής: Δεν έχεις άλλον; Έχω, λέγει, ένα μάγειρον. Λέγει του ο ασκητής: Κράξε τον να έλθη. Και άμα ήλθε, δεν ηδύνατο να ιδή τον ασκητήν ο μάγειρος, άλλ’ εγύριζε το πρόσωπόν του εις άλλο μέρος. Τότε λέγει ο ασκητής εις τον μά-γειρον: Εις το όνομα του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού σε προστάζω να με ειπής ποίος είσαι και τις σε έστειλε και τι κάμνεις εδώ που κάθεσαι; Απεκρίθη ο μάγειρος και λέγει: Εγώ είμαι ψεύστης και πά-ντοτε το ψεύδος λαλώ˙ αλλά τώρα, επειδή με έδεσες με το όνομα του Χριστού, δεν ημπορώ παρά να ειπώ την αλήθειαν. Εγώ λοιπόν είμαι διάβολος, και με έστειλεν ο μεγαλύτερός μου να δουλεύω τούτον τον καπετάνιον και να τον φυλάγω να τον ευρώ καμμίαν ημέραν οπού να μ διαβάζη τους Χαιρετισμούς της Παναγίας, να τον βάλω εις την κόλασιν. Και έχω τώρα 14 χρόνους οπού τον φυ-λάγω, και δεν εύρον καμμίαν ημέραν οπού να μη διαβάζη το «Άγγελος πρωτοστάτης». Τότε λέγει ο ασκητής: Σε προστάζω εις το όνομα της Αγίας Τριάδος να γίνης άφαντος και πλέον να μη πειράξης τους χριστιανούς. Και ευθύς έγινεν άφαντος ο διάβολος ωσάν καπνός. Τότε εδίδαξεν ο ασκητής τους κλέπτας και άλλοι έγιναν καλόγηροι και άλλοι υπανδρεύθηκαν και έκαμαν καλά έργα και εσώθησαν. Δια τούτο σας συμβουλεύω όλους, άνδρες και γυναίκες, να μάθετε το «Άγγελος πρωτοστάτης», να το λέγετε εις την προσευχήν σας. Και αν θέλετε, πάρετε το «Αμαρτωλών σωτηρίαν», οπού έχει 70 θαύματα της Θεοτόκου, από τα οποία σας είπα ένα δια να καταλάβετε.
Ήτο μία κόρη ονομαζομένη Μαρία. Ο πατήρ της ήτο χριστιανός και εζήτει να την υπανδρεύση˙ εκείνη δεν ήθελε, θέλουσα να φυλάξη παρθενίαν. Την έβαλεν εις ένα μοναστήριον γυναικείον και την παρέδωκε της ηγουμένης να την έχει ως παιδί της. Και αφού απέθανεν ο πατήρ της, έγινεν άλλος αφέντης εις την χώραν εκείνην, όστις εβγήκε μίαν ημέραν και υπήγεν εις το μοναστήριον οπού ήτο η Μαρία. Και ευθύς οπού την είδεν ο αφέντης, ετρώθη η καρδιά του έρωτα σατανικόν˙ και γυρίζοντας εις το σπίτι του έστειλε γράμματα εις την ηγουμένην και της έλεγεν: Αμέσως να μου στείλης την Μαρίαν, διότι την είδον και με είδε, με ηγάπησε και την ηγάπησα. Διαβάζει το γράμμα η ηγουμένη, κράζει την Μαρίαν και της λέγει: Παιδί μου, τί καλόν είδες εις τον πασάν και τον εκοίταξες με αγάπην; κοίταξε τι μου γράφει εδώ! Λέγει η Μαρία: Εγώ δεν ηξεύρω τίποτε˙ τον εκοίταξα με άλλον σκοπόν και είπα: Άρα, Θεέ μου, ταύτην την δόξαν οπού έχει εδώ τούτος ο πασάς, θα την έχη και εις τον άλλον κόσμον; Και αυτός μ’ εκοίταξε με διαβολικόν σκοπόν. Εγώ, αν ήθελα υπανδρείαν, με υπάνδρευε και ο πατέρας μου και έπαιρνα χριστιανόν. Τότε γράφει η ηγουμένη εις τον πασάν: Καλύτερα σου στέλνω το κεφάλι μου, παρά την Μαρίαν. Στέλλει πάλιν ο πασάς και λέγει της ηγουμένης: Ή να μου στείλης την Μαρίαν, ή έρχομαι και την παίρνω μόνος μου και καίω το μοναστήρι. Το ήκουσεν η Μαρία και λέγει της ηγουμένης: Όταν έλθουν οι απεσταλμένοι, στείλέ τους εις το κελλί μου και εγώ τους αποκρίνομαι. Ήλθον οι απεσταλμένοι εις το κελλίον της Μαρίας, και τους ηρώτησεν τι θέλουν. Της είπον εκείνοι: Μας έστειλεν ο πασάς να σε πάρωμεν, διότι είδε τα μάτια σου και τα ωρέχθηκε. Τους είπε να περιμείνουν να υπάγη εις την εκκλησίαν. Τότε παίρνει ένα μαχαίρι και ένα πιάτο, και πηγαίνει εις τον Ιησούν Χριστόν εμπρός και λέγει: Κύριέ μου, μου έδωκες τα μάτια τα αισθητά δια να πηγαίνω εις τον καλόν δρόμον, και εγώ να πηγαίνω με το θέλημά μου εις τον κακόν δεν είνε πρέπον. Και επειδή αυτά τα αισθητά θα μου βγάλουν τα νοητά, ιδού οπού τα βγάνω δια την αγάπην σου, δια να φύγω από το βόρβορον της αμαρτίας. Και ευθύς βάζει το μαχαίρι μέσα στο μάτι της και το βγάνει εις το πιάτο. Επήγεν εμπρός και εις την Παναγίαν και βγάζει και το άλλο της μάτι και τα βάνει μαζί. Τότε τα στέλλει του πασά και αφού τα είδεν ο πασάς, εγύρισεν ευθύς ο σατανικός έρως εις κατάνυξιν˙ και σηκώνεται ευθύς και πηγαίνει εις το μοναστήριον, και παρακαλεί τας καλογραίας να υπάγουν να κάμουν δέησιν εις τον Θεόν, να ιατρευθή η Μαρία. Πηγαίνουν πάραυτα όλαι μαζί με τον πασάν και πίπτουσαι κατά γης παρεκάλουν τον Κύριον και την Θεοτόκον να δώση το φως της Μαρίας. Εφάνη η Θεοτόκος τότε ως αστραπή εις την Μαρίαν και της λέγει: Χαίρε, Μαρία! Επειδή επροτίμησες να βγάλης τα μάτια σου δια την αγάπην του Υιού και την ιδικήν μου, ιδού πάλιν έχε τα μάτια σου και πλέον πειρασμός να μη σου συμβή. Βλέποντας δε το θαύμα οι παρόντες εχάρησαν πολύ και εδόξασαν τον Θεόν και την Παναγίαν. Έπειτα ο πασάς αφιέρωσε πολύ χρυσίον εις το μοναστήρι και επήρε συγχώρησιν από τας καλογραίας και ανεχώρησε και έκαμε καλά και εσώθη.
Ακούετε, αδελφοί μου, τί έκαμεν η Μαρία με την δύναμιν της Παναγίας; Δια τούτο πρέπει και ημείς να τιμώμεν την Παναγίαν Θεοτόκον με έργα καλά.
Ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός, αδελφοί μου, ανάμεσα εις τα καλά, τα οποία μας διδάσκει εις το ιερόν Ευαγγέλιον, μας λέγει και τούτον τον λόγον˙ ότι αλλοίμονον εις εκείνον τον άνθρωπον οπού σκανδαλίζει τον αδελφόν του και δεν ζητήση συγχώρησιν προτού να δύση ο ήλιος, διότι κολάζεται. Τώρα είνε δυνατόν και εγώ οπού ήλθα εδώ να μη εσκανδάλισα τινά από λόγου σας; Λοιπόν με άλλον τρόπον δεν δυνάμεθα παρά με τον εξής. Σας παρακαλώ να ειπήτε η ευγενία σας τρεις φοράς: Συγχώρησόν μας και Θεός συγχωρήσοι σε. Τώρα, αν θέλετε να χαρή ο Χριστός, να χαρή η Παναγία μας Θεοτόκος και πάντες οι Άγιοι, να πικρανθή ο διάβολος, ο εχθρός μας, τώρα οπού είσθε εδώ μαζευμένοι, να ειπήτε μεταξύ σας τρεις φοράς: Συγχωρείτέ μας, αδελφοί, και ο Θεός συγχωρήσοι σας.
ΔΙΔΑΧΗ Δ’*4
Ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός και Θεός, αδελφοί μου, ο γλυκύτατος Δεσπότης, ο ποιητής των Αγγέλων, παρακινούμενος από την ευσπλαγχνίαν του και πολλήν αγάπην οπού έχει εις το γένος μας, σιμά εις τα άπειρα χαρίσματα οπού μας εχάρισε και μας χαρίζει καθ’ εκάστην ημέραν, ιδού οπού μας ηξίωσε και απόψε και τον εδοξάσαμεν και ετιμήσαμεν και την Δέσποινάν μας Θεοτόκον, και άμποτε ο Κύριος δια πρεσβειών της να συγχωρήση τ΄αμαρτήματά μας, και να μας αξιώση της βασιλείας του, να προσκυνώμεν και να δοξάζωμεν την Παναγίαν Τριάδαν και να χαιρώμεθα και ευφραινώμεθα πάντοτε. Με ηξίωσεν ο Κύριος, αδελφοί μου, και εμένα τον αμαρτωλόν και ήλθα εδώ εις την ευλογημένην σας χώραν και είπαμεν μερικά νοήματα της αγίας μας Εκκλησίας. Παρακινούμενος ο Κύριός μας από την πολλήν του ευσπλαγχνίαν έκαμε πρώτον δέκα τάγματα Αγγέλους. Το πρώτον τάγμα εξέπεσεν από την υπερηφάνειάν του και έγιναν δαίμονες. Τότε επρόσταξεν ο πανάγαθος Θεός και έγινε τούτος ο κόσμος και έκαμεν ένα άνδρα και μίαν γυναίκα ωσάν ημάς˙ το σώμα από την λάσπην, και την ψυχήν αγγελικήν αθάνατον. Ονόμασε τον άνδρα Αδάμ και την γυναίκα Εύαν. Έκαμε και ένα παράδεισον κατά το μέρος της ανατολής, όλον χαράν και ευφροσύνη. Έβαλε τον Αδάμ και την Εύαν μέσα εις τον παράδεισον και εχαίροντο ως Άγγελοι. Τους παρήγγειλε να μη φάγουν από μίαν συκήν καρπόν˙ άλλ’ εκείνοι κατεφρόνησαν την προσταγήν του Θεού και έφαγον˙ και δεν μετενοήσαν. Τους εδίωξεν ο Θεός από τον παράδεισον και έζησαν εις τούτον τον κόσμον 930 χρόνους με μαύρα και πικρά δάκρυα. Και αφού απέθανον, επήγαν εις την κόλασιν και εκαίοντο 5.500 χρόνους. Ευσπλαγχνίσθη ο πανάγαθος Θεός το γένος μας και κατελθών εσαρκώθη εκ Πνεύματος Αγίου εις την κοιλίαν της Αειπαρθένου Μαρίας και έγινε τέλειος άνθρωπος χωρίς αμαρτίαν, και μας ελύτρωσεν από τας χείρας του διαβόλου. Μας έδειξε την αγίαν Πίστιν, το άγιον Βάπτισμα, τα Άχραντα Μυστήρια, δια να ηξεύρωμεν που περιπατούμεν.
Τη Μεγάλη Πέμπτη το βράδυ επήρεν ο Κύριος άρτον κα οίνον και τα ευλόγησε και έκαμε τα Άχραντα Μυστήρια, το πανάγιον σώμα Του και αίμα Του, και εμετάλαβε τους δώδεκα Αποστόλους.
Έως εδώ αναφέραμεν την ιστορίαν εις δύο λόγους και την αφήσαμεν. Τώρα δε ελπίζοντες εις την ευσπλαγχνίαν του Χριστού μας, καθώς το Πνεύμα το Άγιον μας φωτίση, να κάμωμεν αρχήν να είπωμεν και τα επίλοιπα με συντομίαν.
Και πρώτον, πρέπει, αδελφοί μου, να προσέχετε εις όλα τα νοήματα του αγίου Ευαγγελίου, διότι είνε όλα διαμάντια, θησαυρός, χαρά, ευφροσύνη, ζωή αιώνιος, και περισσότερον εδώ εις τα Άχραντα Μυστήρια. Και πρώτον να στοχασθώμεν τι έκαμεν ο Χριστός μας. Δεν εφύλαξε μίσος και έχθραν να μη μεταλάβη τον Ιούδαν τον εχθρόν του, άλλ’ όπως εμετάλαβε και τους ένδεκα μαθητάς, τους φίλους του τους καλούς, έτσι και τον Ιούδαν, τον εχθρόν του.
Ήτο ένας άνθρωπος ονομαζόμενος Σαπρίκιος, ο οποίος ενήστευε πάντοτε, προσηύχετο, υπάνδρυε πτωχάς γυναίκας, έκτιζεν εκκλησίας, ποτέ του δεν έβλαψεν, άλλ’ αγαπούσε το δίκαιον. Ήτο και ένας άλλος ονομαζόμενος Νικηφόρος, ο οποίος ποτέ του καλόν δεν έκαμε, μάλιστα έκλεπτεν αδικούσε τον κόσμον, επόρνευεν, όλα τα κακά τα είχε κάμει. Ήθελε δε να φονεύση και τον αδελφόν του Σαπρίκιον. Μίαν ημέραν στέλλει ο βασιλεύς και παίρνει τον Σαπρίκιον και του λέγει: Να αρνηθής τον Χριστόν και να προσκυνήσης τα είδωλα. Λέγει ο Σαπρίκιος: Εγώ τον Χριστόν μου δεν τον αρνούμαι ποτέ. Τον εβασάνισεν ο βασιλεύς δυνατά και ωσάν είδε πως δεν είναι τρόπος να νικήση την γνώμην του, απεφάσισε να τον θανατώση. Παίρνοντας τον λοιπόν ο δήμιος να τον υπάγη εις τον τόπον της καταδίκης, το έμαθεν ο Νικηφόρος και πηγαίνει εις τον δρόμον και λέγει του Σαπρικίου: Εγώ, αδελφέ, σου έπταισα˙ και έμαθε ότι θα σε θανατώσουν. Δια τούτο σε παρακαλώ, αδελφέ, να με συγχωρήσης˙ σου έσφαλα. Πάλιν κύπτει ο Νικηφόρος, τον παρακαλεί, του φιλεί τα πόδια. Αδελφέ, λέγει, συγχώρησόν με δια τον Θεόν. Άλλ’ ο αδελφός του δεν τον συγχωρεί. Έφθασαν και εις τον τόπον της καταδίκης. Τον παρεκάλει ο Νικηφόρος μετά δακρύων, και δεν τον εσυγχώρησε. Του λέγει πάλιν ο Νικηφόρος: Ιδού, αδελφέ, τώρα θα σε κόψουν˙ διατί δεν με συγχωρείς; Εσύ θα κολασθής˙ εγώ σε συγχωρώ με όλην μου την καρδίαν. Λέγει του ο Σαπρίκιος: Εγώ δεν σε συγχωρώ ποτέ! Και καθώς εσήκωσεν ο δήμιος το σπαθί να του κόψη το κεφάλι, βλέπων ο πανάγαθος Θεός την κακήν του γνώμην, σηκώνει την χάριν του, και ερωτά ο Σαπρίκιος τον στρατιώτην: Διατί θέλεις να με φονεύσης; Λέγει του ο στρατιώτης: Και δεν το ηξεύρεις τώρα τόσον καιρόν; Διότι δεν προσκυνάς τα είδωλα. Λέγει του ο Σαπρίκιος˙ Δια τούτο με βασανίζεις; Εγώ αρνούμαι τον Χριστόν και προσκυνώ τα είδωλα! Και ευθύς λέγοντας τον λόγον δεν τον εφόνευσεν, άλλ’ ηρνήθη τον Χριστόν και υπήγε με τον διάβολον. Βλέπων ο Νικηφόρος τους Αγγέλους οπού έστεκαν με ένα στέφανον χρυσούν, λέγει εις τον δήμιον: Εγώ είμαι χριστιανός και πιστεύω εις τον Χριστόν μου. Λέγει του Σαπρικίου: Συγχώρησόν με, αδελφέ, και ο Θεός συγχωρήσοι σε. Και αμέσως έκοψεν ο στρατιώτης το κεφάλι του Νικηφόρου και παρέλαβον οι Άγγελοι την ψυχήν αυτού και την υπήγαν εις τον παράδεισον.
Δια τούτο και ημείς οι ευσεβείς χριστιανοί πρέπει να αγαπώμεν τους εχθρούς μας και να τους συγχωρώμεν˙ να τους τρέφωμεν, να τους ποτίζωμεν, να παρακαλούμεν τον Θεόν δια την ψυχήν των, και τότε να λέγωμεν εις τον Θεόν: Θεέ μου, σε παρακαλώ να με συγχωρήσης καθώς και εγώ συγχωρώ τους εχθρούς μου. Ει δε και δεν συγχωρήσομεν τους εχθρούς μας, και το αίμά μας να χύσωμεν δια την αγάπην του Χριστού, εις την κόλασιν πηγαίνομεν.
Κάμνετε εδώ αφορισμούς; Να προσέχετε, χριστιανοί μου, ποτέ σας να μη κάμνετε, διότι ο αφορισμός είνε ξεχωρισμός από τον Θεόν, από τους Αγγέλους, από τον παράδεισον, και παραδομός εις τον διάβολον, εις την κόλασιν. Δι ‘ εκείνον τον αδελφόν εσταυρώθη ο Χριστός να βγάλη από την κόλασιν, και συ δια μικρόν πράγμα τον αφορίζεις και τον βάνεις εις την κόλασιν να καίεται πάντοτε; Τόσον σκληροκάρδιος είσαι; Μα καλά στοχάσου˙ από τον καιρόν που εγεννήθης πόσες αμαρτίες έχεις πράξει με το μάτι ή με το αυτί ή με το στόμα ή με τον νουν; Αναμάρτητος νομίζεις είσαι; Το άγιον Ευαγγέλιον μας λέγει ότι μόνον ο Χριστός είναι αναμάρτητος, ημείς δε οι άνθρωποι είμεθα όλοι αμαρτωλοί. Ώστε να μη κάμνετε αφορισμούς.
Δια τούτο, χριστιανοί μου, αν θέλετε να σας συγχωρήση ο Θεός όλα σας τα αμαρτήματα και να σας γράψη δια τον παράδεισον, ειπέτε και η ευγενία σας δια τους εχθρούς σας τρεις φοράς: Ο Θεός συγχωρήσοι και ελεήσοι αυτούς. Αυτή, αδελφοί μου, η συγχώρησις έχει δύο ιδιώματα, ένα να φωτίζη και ένα να κατακαίη. Εγώ σας είπα να συγχωρήτε τους εχθρούς σας δια ιδικόν σας καλόν. Εσύ πάλιν οπού αδίκησες τους αδελφούς σου και ήκουσες οπού είπον να σε συγχωρήσουν, μη χαίρεσαι, αλλά μάλιστα να κλαις, διότι αυτή η συγχώρησίς σου έγινε φωτιά εις το κεφάλι σου, ανίσως και δεν επιστρέψης το άδικον οπίσω. Να κλαύσης και να παρακαλέσης να σε συγχωρήση ο Θεός δια τας ιδικάς σου αμαρτίας. Όλοι οι πνευματικοί, πατριάρχαι, αρχιερείς, όλος ο κόσμος να σε συγχωρήση, ασυγχώρητος είσαι. Αμή ποίος έχει την εξουσίαν να σε συγχωρήση; Εκείνος οπού τον αδίκησες. Και αν εξετάσωμεν καλά, πρέπει να δώσης εις το ένα τέσσαρα, καθώς λέγει το ιερόν Ευαγγέλιον, και τότε να λάβης συγχώρησιν. Έτυχε και δεν έχεις να πληρώσης; Πήγαινε και πώλησον τα πράγματά σου, και όσα πάρεις, δόσε τα εκείνου οπού αδίκησες. Μα δεν φθάνουν; Πήγαινε και συ πωλήσου σκλάβος, και όσα πάρεις δόσε τα˙ και καλύτερα να είσαι σκλάβος εδώ εις το σώμα πέντε, δέκα χρόνους, και να πηγαίνης εις τον παράδεισον, παρά να είσαι ελεύθερος εδώ και αύριον να πηγαίνης εις την κόλασιν να καίεσαι πάντοτε.
Όθεν, αδελφοί μου, όσοι αδικήσατε Χριστιανούς ή Εβραίους ή Τούρκους, να δώσητε το άδικον οπίσω, διότι είνε κατηραμένον και δεν βλέπετε καμμίαν προκοπήν. Εκείνα τα άδικα τα τρώγετε δια να ζήτε˙ και εκείνα σας θανατώνουν, και ο Θεός σας βάνει εις την κόλασιν. Όποιος θέλει να δώση το άδικον οπίσω, ας σηκωθή να μου το ειπή, να βάλω όλους τους χριστιανούς να τον συγχωρήσωσιν. Ένα πρόβατον κλεμμένον να βάλης εις 100 ιδικά σου, τα μαγαρίζει όλα˙ διότι είνε αφωρισμένον και κατηραμένον. Σας παρακαλώ, χριστιανοί μου, να ειπήτε και δι’ εκείνους, οπού ήθελον δώσει τα άδικα οπίσω, τρεις φοράς: Ο Θεός συγχωρήσοι και ελεήσοι αυτούς.
Το πρώτον μας νόημα είνε αυτό: Όσοι ηδικήθημεν να συγχωρώμεν τους εχθρούς μας δια το ιδικόν μας καλόν, και όσοι αδικήσαμεν να δίδωμεν τα άδικα οπίσω. Το δεύτερον είνε τούτο: Ανίσως και ημείς θέλωμεν να ωφεληθώμεν από τα Άχραντα Μυστήρια ωσάν τους ένδεκα Αποστόλους τους καλούς, και να μη βλαφθώμεν ωσάν τον Ιούδαν τον κακόν, να εξομολογούμεθα καθαρά και να κοινωνώμεν με φόβον και τρόμον και ευλάβειαν, και τότε θα φωτισθώμεν. Ει δε και πηγαίνομεν ανεξομολόγητοι, μεμολυσμένοι με αμαρτίας, και τολμώμεν να μεταλαμβάνωμεν τα Άχραντα Μυστήρια, βάνομεν φωτιά και καιόμεθα.
Ποίος ηξεύρει, αδελφοί μου, να μου ειπή, ο ήλιος φωτεινός είνε ή σκοτεινός; Μου φαίνεται όλοι σας το γνωρίζετε, ότι είνε φωτεινός και τα πάντα φωτίζει. Είνε όμως μερικά ζώα οπού τα λέγουν νυχτερίδες, και άλλα κουκουβάγιες, και όταν βγη ο ήλιος θαμβώνονται και σκοτίζονται και δεν βλέπουν, και όταν νυκτώση, τότε βλέπουν. Έτσι είνε και εις τα Άχραντα Μυστήρια˙ τον καλόν τον φωτίζουν και τον κάμνουν ωσάν άγγελον˙ ομοίως και τον αμαρτωλόν πάλιν τον σκοτίζουν και τον κάμνουν ωσάν τον διάβολον. Καθώς και η φωτιά όλα τα πράγματα δεν τα καίει, μάλιστα το χρυσάφι το λαμπρύνει και το καθαρίζει, και τα άλλα πράγματα τα καίει. Λοιπόν ας γίνωμεν και ημείς μάλαμα να καθαρισθώμεν, και όχι ξύλα να καιώμεθα.
Εδώ οπού ήλθα χριστιανοί μου, έλαβα μίαν χαράν μεγάλην και μίαν λύπην μεγάλην. Και χαράν μεγάλην έλαβα βλέπων την καλήν σας γνώμην και την καλήν σας μετάνοιαν˙ λύπην έλαβα πάλιν στοχαζόμενος την αναξιότητά μου, πως δεν έχω καιρόν να σας εξομολογήσω όλους ένα προς ένα, να μου ειπή καθένας τα αμαρτήματά του, να του ειπώ και εγώ εκείνο οπού με φωτίση ο Θεός. Θέλω, αλλά δεν ημπορώ, τέκνα μου. Καθώς ένας πατέρας είνε άρρωστος, πηγαίνει το παιδί του να το παρηγορήση, εκείνος μη δυνάμενος το διώχνει˙ μα πώς το διώχνει; Με την καρδιά καημένη! Θέλει να το παρηγορήση, μα δεν ημπορεί. Μα πάλιν δια να μη υστερηθήτε τελείως, σας λέγω τούτο: Αν θέλετε να ιατρεύσετε την ψυχήν σας, τέσσαρα πράγματα σας χρειάζονται. Κάμνομεν μία συμφωνίαν; Από τον καιρόν οπού εγεννήθητε έως τώρα, όσα αμαρτήματα επράξατε, να τα πάρω εγώ εις τον λαιμόν μου˙ και η ευγενία σας να κρατήσετε τέσσαρες τρίχες. Και τι θα τα κάμω; Έχω μία καταβόθρα και τα ρίχνω μέσα. Ποία είνε η καταβόθρα; Είναι η ευσπλαγχνία του Χριστού μας.
Πρώτη τρίχ είνε όταν θέλετε να εξομολογήσθε, το πρώτον θεμέλιον είνε αυτό οπού είπομεν, να συγχωρήτε τους εχθρούς σας. Το κάμνετε; – Το κάμνομεν, άγιε του Θεού. – Επήρατε την πρώτην τρίχα.
Δευτέρα τρίχα είνε να ευρίσκετε πνευματικόν καλόν, γραμματισμένον, ενάρετον, να εξομο-λογήσθε και να λέγετε όλα σας τα αμαρτήματα. Να έχης 100 αμαρτίας και να ειπής τας 99 εις τον πνευματικόν, και μίαν να μη φανερώσης, όλες σου ασυγχώρητες μένουν. Και όταν κάμνης την αμαρ-τίαν, τότε πρέπει να εντρέπεσαι, και όταν εξομολογήσαι, πρέπει να μη έχης καμμίαν εντροπήν.
Μία γυναίκα επήγε να εξομολογηθή εις ένα ασκητή. Ο ασκητής είχεν έναν υποτακτικόν ενάρετον. Λέγει ο ασκητής του υποτακτικού του: Πήγαινε, να εξομολογηθή η γυναίκα. Ο υποτακτικός εμάκρυ-νεν έως οπού έβλεπε, μα δεν ήκουεν. Εξωμολογήθη η γυναίκα και έφυγε. Ύστερα έρχεται ο υποτα-κτικός και λέγει: Γέροντα, είδα ένα παράδοξον θαύμα. Εκεί οπού εξωμολογείτο η γυναίκα, έβλεπα οπού έβγαιναν φίδια μικρά˙ βλέπω και εκρέματο ένα μεγάλο˙ έκανε να βγη, και πάλιν ετραβήχθη οπίσω. Λέγει ο ασκητής: Πήγαινε να την κράξης να έλθη οπίσω γλήγορα. Πηγαίνοντας ο υποτακτικός την εύρεν αποθαμένην. Γυρίζει οπίσω και το λέγει του γέροντός του. Αυτός μη δυνάμενος να εννοήση το θαύμα, παρεκάλεσε τον Θεόν να του φανερώση αν η γυναίκα εσώθη ή εκολάσθη. Και φαίνεται έμπροσθέν τους μία αρκούδα μαύρη και του λέγει: Εγώ είμαι εκείνη η γυναίκα οπού εξωμολογήθηκα, και δεν σου εφανέρωσα ένα θανάσιμον αμάρτημα οπού είχα πράξει, και δια τούτο όλα μου τα αμαρτήματα έμειναν ασυγχώρητα, και με επρόσταξεν ο Κύριος να υπάγω εις την κόλασιν να καίωμαι πάντοτε. Και αμέσως εξήλθεν μία βρώμα ωσάν καπνός και εχάθη από έμπροσθέν του.
Δια τούτο, χριστιανοί μου, όταν εξομολογήσθε, να λέγετε όλας σας τα αμαρτήματα καθαρά˙ και πρώτον να ειπής του πνευματικού σου: Πνευματικέ μου, θα κολασθώ, διότι δεν αγαπώ τον Θεόν και τους αδελφούς μου με όλην μου την καρδίαν ωσάν τον εαυτόν μου. Και να ειπής εκείνα οπού σε τύπτει η συνείδησίς σου˙ ή εφόνευσας ή επόρνευσας ή όρκον έκαμες ψεύματα ή τους γονείς σου δεν ετίμησας και τα τούτοις όμοια. Ιδού επήρες την δευτέραν τρίχα.
Η τρίτη τρίχα είνε, ωσάν εξομολογηθής θα σε ερωτήση ο πνευματικός: Διατί, παιδί μου, να κάμης αυτά τα αμαρτήματα; Συ να προσέχης να μη κατηγορήσης άλλον, αλλά τον εαυτόν σου και να ειπής: Αυτά τα έκαμα από την κακήν μου προαίρεσιν. Βαρύ είνε να κατηγορήσης τον εαυτόν σου;
-Όχι. – Λοιπόν επήρες την τρίτη τρίχα.
Έχομεν την τετάρτην. Όταν σου δώση άδειαν ο πνευματικός να αναχωρήσης, να αποφασίσης με στερεάν γνώμην και απόφασιν, καλύτερα να χύσης το αίμα σου, παρά να αμαρτήσης. Το κάμνεις αυτό; – Μάλιστα. – Επήρες και την τετάρτην τρίχα.
Αυτά τα τέσσαρα είναι τα ιατρικά σου, καθώς είπομεν. Το πρώτον είνε να συγχωρήσης τους εχθρούς σου το δεύτερον να εξομολογήσαι καθαρά˙ το τρίτον είνε να κατηγορήτε τον εαυτόν σας˙ το τέταρτον να αποφασίζετε να μη αμαρτήσετε πλέον. Και αν ημπορήτε να εξομολογήσθε καθ’ εκάστην˙ ει δε και δεν ημπορείτε καθ’ ημέραν, ας είνε μία φορά την εβδομάδα και μία φορά τον μήνα ή το ολιγώτερον τέσσαρας φοράς τον χρόνον. Και συνηθίζετε τα τέκνα σας από μικρά εις τον καλόν δρόμον, να εξομολογούνται. Εκείνα οπού σας δίδουν οι πνευματικοί, σαρανταλείτουργα, μετανοίας, νηστείας και άλλα, δεν είνε ιατρικά, αλλά δια να μη τύχη και πέσετε άλλην φοράν εις την αμαρτίαν. Και όστις τα βάλη μέσα εις την καρδίαν του αυτά τα τέσσαρα, να αποθάνη εκείνην την ώραν, σώνεται˙ ει δε χωρίς αυτά, χιλιάδες καλά να κάμη εις την κόλασιν πηγαίνει.
Δύο άνθρωποι, χριστιανοί μου, ήλθον μίαν φοράν και εξωμολογήθησαν εις εμέ, Πέτρος και Παύλος, και να ιδήτε πως τους εδιώρθωσα, καλά ή κακά. Εγώ σας φανερώνω την καρδίαν μου. Μου λέγει ο Πέτρος: Εγώ, πνευματικέ μου, από τον καιρόν οπού εγεννήθηκα έως τώρα, ενήστευα, επροσευχόμην πάντοτε, έκαμνα ελεημοσύνας εις τους πτωχούς, έκτισα μοναστήρια, εκκλησίας και άλλα καλά έκαμα. Τον εχθρόν μου δεν τον συγχωρώ. Εγώ τον αποφάσισα δια την κόλασιν. Έρχεται ο Παύλος και μου λέγει: Εγώ από τον καιρόν οπού εγεννήθηκα ποτέ κανένα καλόν δεν έκαμα, αλλά μάλιστα έχω κάμει τόσα φονικά, επόρνευσα, έκλεψα, έκαψα εκκλησίας, μοναστήρια όλα τα κακά τα έκαμα, μα τον εχθρόν μου τον συγχωρώ. Να ιδήτε τι έκαμα εγώ εις αυτόν. Ευθύς τον αγκάλιασα και τον εφίλησα του έδωσα την άδειαν να μεταλάβη. Καλά τους εδιώρθωσα ή κακά; Φυσικά θέλετε να με κατηγορήσετε και να μοου ειπήτε: ο Πέτρος οπού έκαμε τόσα καλά, και διότι δεν εσυγχώρησε τον εχθρόν του, δια τόσον ολίγον πράγμα τον απεφάσισες δια την κόλασιν; Και τον Παύλον οπού έκαμε τόσα κακά, και διότι εσυγχώρει τους εχθρούς του, τον εσυγχώρησες και του έδωκες την άδειαν να μεταλάβη; Ναι, αδελφοί μου, έτσι έκαμα, θέλετε να καταλάβετε με τι ομοιάζει ο Πέτρος; Καθώς μέσα εις 100 οκάδας αλεύρι βάνεις ολίγον προζύμι και έχει τόσην δύναμιν το προζύμι εκείνο, να γυρίση και τας 100 οκάδας το ζυμάρι και να το κουφίζη όλο, έτσι είνε και όλα τα καλά εκείνα οπού έκαμεν ο Πέτρος με εκείνην την ολίγην έχθραν, οπού δεν εσυγχώρησε τον εχθρόν του, τα εγύρισε και τα έκαμε φαρμάκι του διαβόλου, και έτσι τον απεφάσισα δια την κόλασιν. Ο Παύλος πάλιν με τι ομοιάζει; Είνε ένας σωρός λιανόξυλα και βάνεις ένα μικρό κερί αναμμένον και καίει όλον τον σωρόν εκείνη η ολίγη φλόγα. Έτσι είνε όλα τα αμαρτήματα του Παύλου, ωσάν τον σωρόν τα λιανόξυλα˙ και η συγχώρησις οπού έκαμε του εχθρού του είνε ωσάν το κερί, οπού έκαψε όλα τα λιανόξυλα, ήγουν τας αμαρτίας, και τον απεφάσισα δια τον παράδεισον.
Παρεδόθην ο Κύριος, αδελφοί μου, εις τας χείρας των παρανόμων Εβραίων. Υβρίσθη, εδάρθη, εσταυρώθη κατά το ανθρώπινον˙ την Μεγάλην Τετάρτην επωλήθη ο Κύριος και την Μεγάλην Παρα-σκευήν εσταυρώθη. Πρέπει και ημείς οι ευσεβείς χριστιανοί να νηστεύωμεν πάντοτε, μα περισ-σότερον την Τετάρτην, διότι επωλήθη ο Κύριος, και την Παρασκευήν, διότι εσταυρώθη. Ομοίως έχο-μεν χρέος να νηστεύωμεν και τας Τεσσαρακοστάς, καθώς εφώτισε το Άγιον Πνεύμα τους αγίους Πα-τέρας της Εκκλησίας και ενομοθέτησαν να νηστεύωμεν, δια να νεκρώνωμεν τα πάθη και να ταπεινώ-νωμεν το σώμα, και μάλιστα με τα ολίγα ζώμεν με ευκολίαν. Εγώ ημπορώ να ζήσω με 100 δράμια άρτου˙ εκείνα τα ευλογεί ο Θεός, διότι είνε αναγκαία˙ και όχι να τρώγωμεν 110˙ εκείνα τα 10 τα καταράται, διότι είνε χαράμι˙ είνε εκείνου οπού πεινά. Φυλάγετε αυτάς τας τέσσαρας Τεσσα-ρακοστάς, χριστιανοί μου; Εδώ πώς πηγαίνετε; Αν είσθε χριστιανοί, πρέπει να τας φυλάγετε˙ μάλιστα την Μεγάλην Τεσσαρακοστήν. Κρατείτε το τριήμερον εδώ; Την Καθαράν Δευτέραν είνε καλόν και ά-γιον όποιος την φυλάγει. Ο Αβραάμ είχε το σπίτι του ανοικτόν πάντοτε, και όπου πτωχός, εκεί εκό-νευε˙ και χωρίς ξένον άνθρωπον ο Αβραάμ ποτέ του δεν εκάθητο να φάγη ψωμί. Ο διάβολος τον εφθόνησε και επήγεν εις τον δρόμον και εμπόδιζε τους διαβάτας να μη περνούν από του Αβραάμ την καλύβαν. Εβγήκεν εις τον δρόμον ο Αβραάμ και επερίμενε τρεις ημέρας νηστικός. Βλέποντας ο πανά-γαθος Θεός την καλήν του γνώμην, φαίνονται τρεις άνθρωποι και τους επήρεν εις την καλύβαν του και τους εφίλευσεν˙ ύστερον έγιναν άφαντοι απ’ έμπροσθέν του. Τότε εκατάλαβε πως ήτο η Αγία Τριάς και εδόξασε τον Θεόν εις τύπον της Αγίας Τριάδος. Όποιος νηστεύει το τριήμερον έχει μισθόν εις την ψυχήν του, και πάλιν δεν λέγω εκείνο οπού δεν δύναται. Και μίαν ημέραν να νηστεύση ωφελείται.
Θέλων ο Κύριος να δείξη το μέγα κακόν οπού απετόλμησαν να κάμουν τα τέκνα του διαβόλου, οι Εβραίοι, εσκότισε τον ήλιον από τας έξ ώρας έως τας εννέα εις όλον τον κόσμον˙ αι πέτραι εσχίζοντο, όλη η γη έτρεμεν. Ετέθη ο Κύριος εις τον τάφον, και ευθύς ανεστήθησαν χιλιάδες νεκροί, οπού ήσαν χιλιάδες χρόνους αποθαμένοι, και εκήρυξαν πως μόνον ο Χριστός είνε Υιός και Λόγος του Θεού, και Θεός αληθινός, και ζωή των νεκρών. Πρέπει και ημείς οι ευσεβείς χριστιανοί από σήμερον και ύστερα να μη κλαίωμεν τους αποθαμένους ωσάν τους ασεβείς και απίστους, οπού δεν ελπίζουν ανάστασιν. Ούτος ο κόσμος, αδελφοί μου, είνε ωσάν μία φυλακή. Πότε πρέπει να χαίρεται ο άνθρωπος; Όταν εμβαίνη εις την φυλακήν ή όταν ελευθερώνεται από την φυλακήν; Μοι φαίνεται, όταν εμβαίνη εις την φυλακήν, τότε πρέπει να κλαίη και να λυπάται, και όταν εξέρχεται από την φυλακήν, τότε πρέπει να χαίρεται. Έτσι, αδελφοί μου, να μη λυπήσθε δια τους αποθαμένους, αλλά αν αγαπάτε τους αποθαμένους, κάμνετε ό,τι ημπορείτε δια την ψυχήν των˙ συλλείτουργα, μνημόσυνα, νηστείας, προσευχάς, ελεημοσύνας. Και όσες γυναίκες φορείτε λερωμένα δια τους αποθαμένους σας, να τα βγάλετε˙ διότι βλάπτετε και τον εαυτόν σας και τους αποθαμένους. Φυσικόν είνε ο άνθρωπος να γεννηθή και ν’ αποθάνη. Όταν γεννώμεθα, τότε πρέπει να κλαίωμεν, και όταν αποθνήσκωμεν, να χαιρώμεθα και μάλιστα να μη κλαίετε δια τα μικρά παιδιά, οπού είνε ωσάν άγγελοι μέσα εις τον παράδεισον. Το παιδί σου του Θεού ήτο˙ και όταν σου το εχάρισε ο Θεός, σε ετίμησε και τώρα πάλιν οπού σου το επήρε, σου ετίμησε το παιδί σου να χαίρεται πάντοτε εις τον παράδεισον, και συ να κάθεσαι να κλαίς είνε άπρεπον. Ένας βασιλεύς σου γυρεύει το παιδί σου να το κάμη βεζίρη και χαίρεσαι να του το δώσης˙ πολύ μάλλον δεν πρέπει να χαίρεσαι οπού σε ηξίωσεν ο πανάγαθος Θεός και επήρε καρπόν από την βρωμισμένην κοιλίαν σου, και σου έβαλε το παιδί σου μέσα εις τον παράδεισον, και σου το φυλάγει να σου το παραδώση εις την Δευτέραν Παρουσίαν να λάμπη περισσότερον από τον ήλιον, δια να λάβης τον μισθόν σου να χαίρεσαι πάντοτε μαζί του; Είνε μερικοί οπού έχουν τον διάβολον εις την καρδίαν των και λέγουν πως δεν είνε ανάστασις και δεν είδαμε καμμίαν φοράν να αναστηθή κανένας άνθρωπος. Όλοι οι άνθρωποι οπού είνε εδώ, προτού να γεννηθούν, δεν ήσαν αποθαμένοι; Καθώς ηδυνήθη ο Κύριος και μας ανέστησεν από την κοιλίαν της μητρός μας, έτσι δύναται να μας αναστήση και από την κοιλίαν της γης. Η κοιλία της μητρός μας και ο τάφος τι διαφέρει; Δεν βλέπομεν φανερά την ανάστασιν; Όταν κοιμώμεθα, δεν είμεθα ωσάν αποθαμένοι; Ο ύπνος τί είνε; Μικρός θάνατος, και ο θάνατος μεγάλος ύπνος. Και καθώς το σιτάρι οπού πίπτει εις την γην, ανίσως και δεν βρέχη να σαπηθή να γίνη ωσάν χυλός, δεν φυτρώνει, έτσι και ημείς οπού αποθνήσκομεν και θαπτόμεθα εις την γην. Ανίσως και δεν εθάπτετο πρώτον εις τον τάφον ο Χριστός μας, δεν μας επότιζε την ζωήν την αιώνιον και την ανάστασιν. Δεν βλέπετε φανερά τα χόρτα πώς τα ανασταίνει ο Θεός από την γην κατ’ έτος; Γνώσιν δεν έχομεν, χριστιανοί μου, να στοχασθώμεν τα πάντα. Όλα μας τα εχάρισεν ο Θεός. Όθεν δια το παρόν, αδελφοί μου, σας παρακαλώ να ειπήτε και δι’ όλους τους αποθαμένους τρεις φοράς: Ο Θεός συγχωρήσοι και ελεήσοι αυτούς.
Επήγεν ο Κύριος εις την κόλασιν και έβγαλε τον Αδάμ, την Εύαν και το γένος τους. Ανέστη την τρίτη ημέραν. Εφάνη δώδεκα φοράς εις τους Αποστόλους του. Έγινε χαρά εις τον ουρανόν, χαρά εις την γην και εις όλον τον κόσμον˙ φαρμάκι και σπαθί δίστομον εις την καρδίαν των Εβραίων και μάλιστα του διαβόλου. Δια τούτο και οι Εβραίοι δεν κατακαίονται άλλην ημέραν τόσον, ωσάν την Κυριακήν, οπού ακούουν τον παπά μας να λέγη: Ο αναστάς εκ νεκρών Χριστός ο αληθινός Θεός ημών. Διότι εκείνο οπού εσπούδαζον οι Εβραίοι να κάμουν δια να εξαλείψουν το όνομα του Χριστού μας, εγύρισεν εναντίον της κεφαλής των. Πρέπει και ημείς, αδελφοί μου, να χαιρώμεθα πάντοτε, μα περισσότερον την Κυριακήν, όπου είνε η Ανάστασις του Χριστού μας. Διότι Κυριακήν ημέραν έγινεν ο Ευαγγελισμός της Δεσποίνης ημών Θεοτόκου και Αειπαρθένου Μαρίας. Κυριακήν ημέραν μέλλει ο Κύριος να αναστήση όλον τον κόσμον. Πρέπει και ημείς να εργαζώμεθα τας έξ ημέρας δια ταύτα τα μάταια, γήινα και ψεύτικα πράγματα, και την Κυριακήν να πηγαίνωμεν εις την εκκλησίανκαι να στοχαζώμεθα τας αμαρτίας μας, τον θάνατον, την κόλασιν, τον παράδεισον, την ψυχήν μας οπού είνε τιμιωτέρα από όλον τον κόσμον, και όχι να πολυτρώγωμεν, να πολυπίνωμεν και να κάμνωμεν αμαρτίας˙ ούτε να εργαζώμεθα και να πραγματευώμεθα την Κυριακήν. Εκείνο το κέρδος οπού γίνεται την Κυριακήν είνε αφωρισμένο και κατηραμένο, και βάνετε φωτιά και κατάρα εις το σπίτι σας και όχι ευλογίαν˙ και ή σε θανατώνει ο Θεός παράκαιρα, ή την γυναίκα σου, ή το παιδί σου, ή το ζώον σου ψοφά, ή άλλον κακόν σου κάμνει. Όθεν, αδελφοί μου, δια να μη πάθετε κανένα κακόν, μήτε ψυχικόν μήτε σωματικόν, εγώ σας συμβουλεύω να φυλάγετε την Κυριακήν, ωσάν οπού είνε αφιερωμένη εις τον Θεόν. Εδώ πώς πηγαίνετε, χριστιανοί μου; την φυλάγετε την Κυριακήν; Αν είσθε χριστιανοί, να την φυλάγετε. Έχετε εδώ πρόβατα; Το γάλα της Κυριακής τι το κάμνετε; Άκουσε, παιδί μου˙ να το σμίγης όλο και να το κάμνης επτά μερίδια˙ και τα εξ μερίδια κράτησέ τα δια τον εαυτόν σου, και το άλλο μερίδιον της Κυριακής, αν θέλης, δώσέ το ελεημοσύνην εις τους πτωχούς ή εις την Εκκλησίαν, δια να ευλογήση ο Θεός τα πράγματά σου. Και αν τύχη ανάγκη και θέλης να πωλήσης πράγματα φαγώσιμα την Κυριακήν, εκείνο το κέρδος μη το σμίγεις εις την σακκούλα σου, διότι την μαγαρίζει˙ αλλά δώσέ τα ελεημοσύνην, δια να σας φυλάγη ο Θεός.
Εις τας τεσσαράκοντα ημέρας ευλόγησεν ο Κύριος τους αγίους Αποστόλους, ανελήφθη εις τους ουρανούς και εκάθησεν εκ δεξιών του προανάρχου Πατρός, να συμβασιλεύση αιωνίως και να προσκυνήται από τους Αγγέλους. Ένα πράγμα θα σας φανερώσω, χριστιανοί μου˙ το ηξεύρω πως θα σας καύσω την καρδιά˙ είνε φοβερόν και λυπηρόν˙ τρέμει η καρδιά μου να το ειπώ, αλλά τί να κάμω, οπού μου λέγει ο Χριστός μας πώς ανίσως και δεν το φανερώσω, με θανατώνει και με βάνει εις την κόλασιν; Μας φανερώνει η θεία Γραφή, το άγιον και ιερόν Ευαγγέλιον, πως εις τον όγδοον αιώνα32 θα γίνη το τέλος του κόσμου και μέλλει να χαλάση τούτος ο κόσμος.
Και θα στείλη ο Θεός τον προφήτην Ηλίαν να διδάξη τους χριστιανούς να φυλάγουν την πίστιν των. Ο αντίχριστος, αδελφοί μου, είνε άνθρωπος οπού έχει κακήν γνώμην, κακήν προαίρεσιν και κα-τοικεί ο διάβολος εις την καρδίαν του, και λέγει πως είνε Θεός˙ και ο αντίχριστος θα θανατώση τον προφήτην Ηλίαν. Εγώ, αδελφοί μου, εξετάζοντας έμαθα και εκατάλαβα, πως ο προφήτης Ηλίας και ο αντίχριστος ήλθε˙ και εθανάτωσε τον προφήτην Ηλίαν. Ο προφήτης Ηλίας, χριστιανοί μου, είνε ζωντανός τόσους χρόνους και ηξεύρει ο Θεός που τον έχει φυλαγμένον έως την σήμερον. Ανίσως και θέλετε να μάθετε που ευρίσκεται, εδώ κοντά είνε και αυτός˙ τα λόγια οπού σας λέγω εκείνου εί-νε. Ο προφήτης Ηλίας, όταν έλθη να διδάξη, δεν θα φανερωθή εις τον κόσμον, καθώς λέγει το Άγιον Πνεύμα, ίνα μη ελθών πατάξη την γην άρδην, ήτοι, λέγει το Άγιον Πνεύμα, δια να μη φοβίση και τα-ράξη τον κόσμον και την γην, δεν θέλω τον φανερώσει εις σας τους χριστιανούς. Αμή τι έχει, παιδιά μου, να φανερωθή; Ο ζήλός του και η διδασκαλία του. Αυτά τα δύο με ηξίωσεν ο πανάγαθος Θεός δια την ευσπλαγχνίαν του και μου εχάρισε, και μη καρτερήτε άλλον Ηλίαν να δας διδάξη.33
Αμή τι καρτερούμεν; Λυπηρόν είνε να σας το είπω! Σήμερον, αύριον καρτερούμεν δίψας, πείνας μεγάλας, οπού να δίνωμεν χιλιάδας φλωρία και να μη ευρίσκωμεν ολίγον ψωμί ή νερό. Σήμερον, αύριον περιμένομεν θανατικάς ασθενείας μεγάλας, οπού να μη προφθάνωμεν οι ζωντανοί να θάπτωμεν τους αποθαμένους. Σεισμός παγκόσμιος θα γίνη, όλος ο κόσμος θα γίνη ένας κάμπος. Θα πέσουν όλα τα βουνά, όλα τα σπίτια. Η θάλασσα θα σηκωθή υψηλά δέκα πέντε πήχεις από τα υψηλότερα βουνά. Τα άστρα θα πέσουν από τον ουρανόν ο ήλιος και η σελήνη θα σκοτισθούν˙ ο ουρανός οπού φαίνεται, η γη και τα πάντα, και όλος ο κόσμος θα χαλάση. Πότε θα γίνουν αυτά; ο Χριστός μας λέγει: Επλησίασε τώρα κοντά, έγγιξε το μαχαίρι εις το κόκκαλον. Έξαφνα θα γίνουν˙ ημπορούν να γίνουν και απόψε. Τάχα να μη είνε και τώρα η αρχή; Δεν βλέπετε πώς εχάθησαν τα γεννήματά σας και τα σπαρτά σας; Εστέρεψαν αι βρύσες, τα ποτάμια˙ σήμερον μας υστερεί το ένα, αύριον το άλλο, και από ολίγον μας τα δίδει ο Θεός, και ημείς ως αναίσθητοι δεν τα στοχαζόμεθα.
Τούτο σας λέγω και σας παραγγέλλω˙ καν ο ουρανός να κατεβή κάτω, καν η γη να ανεβή επάνω, καν όλος ο κόσμος να χαλάση, καθώς μέλλει να χαλάση, σήμερον, αύριον, να μη σας μέλη τι έχει να κάμη ο Θεός. Το κορμί σας ας το καύσουν, ας το τηγανίσουν˙ τα πράγματά σας ας σας τα πάρουν˙ μη σα μέλλει˙ δώσατέ τα δεν είνε ιδικά σας. Ψυχή και Χριστός σας χρειάζονται. Αυτά τα δύο όλος ο κόσμος να πέση, δεν ημπορεί να σας τα πάρη, εκτός και τα δώσετε με το θέλημά σας. Αυτά τα δύο να τα φυλάγετε, να μη τα χάσετε. Τώρα, αδελφοί μου, τί σημείον καρτερούμεν; Δεν καρτερούμεν άλλο παρά πότε να λάμψη ο πανάγιος Σταυρός εις τον ουρανόν περισσότερον από τον ήλιον, και να λάμψη ο γλυκύτατός μας Ιησούς Χριστός και Θεός επτά φοράς περισσότερον από τον ήλιον, με χίλιες χιλιάδες και μύριες μυριάδες Αγγέλους, με δόξαν θεϊκήν.
Και έχει ν’ αναστήση ο Κύριος όλον τον κόσμον. Και οι καλοί θα είνε ως Άγγελοι, και οι κακοί ωσάν δαίμονες, πρώτον τα τέκνα του διαβόλου οι Εβραίοι, οι οποίοι όχι μόνον δεν επίστευσαν εις τον Χριστόν μας, αλλά και τον εσταύρωσαν. Τότε θα ίδουν εκείνην την δόξαν του Χριστού μας να πιστεύσουν και να τον προσκυνήσουν, αμή εκείνη η πίστις δεν τους ωφελεί τότε. Τώρα χρειάζεται η πίστις. Δια τούτο, αδελφοί μου, καλότυχοι και τρισμακάριοι οι χριστιανοί οπού πιστεύουν τώρα, και αλλοίμονον εις τους απίστους. Καλύτερα αν μη είχον γεννηθή εις τον κόσμον. Τότε θα ξεχωρίση ο Κύριος τους δικαίους από τους αμαρτωλούς, καθώς ξεχωρίζει ο ποιμήν τα πρόβατα από τα ερίφια, και θα βάλη τους δικαίους εις τα δεξιά του, και τους αμαρτωλούς εις τα αριστερά του. Και θε είπη εις τους δικαίους: «Δεύτε οι ευλογημένοι του Πατρός μου να κληρονομήσετε τον παράδεισον, να χαίρεσθε μαζί με τους Αγγέλους μου πάντοτε, διότι εφυλάξατε την πίστιν μου και τα προστάγματά μου». Εις δε τους αμαρτωλούς θα είπη ο Κύριος: «Πηγαίνετε σεις οι κατηραμένοι εις την κόλασιν να καίεσθε μαζί με τον διάβολον, τον πατέρα σας, πάντοτε, διότι δεν εφυλάξατε την πίστιν μου και τα προστάγματά μου». Και θα ανοίξη ο Κύριος ένα πύρινον ποταμόν, ως θάλασσα, να ρίψη όλους τους ασεβείς, απίστους, αιρετικούς, αθέους και αμαρτωλούς μέσα, να καίωνται πάντοτε˙ και θα βάλη τους ευσεβείς και ορθοδόξους χριστιανούς και δικαίους μέσα εις τον παράδεισον να χαίρωνται πάντοτε.
Όθεν πρέπει και ημείς, αδελφοί μου, να στοχασθώμεν τί είμεθα, δίκαιοι ή αμαρτωλοί; Και ανίσως είμεθα δίκαιοι, καλότυχοι και τρισμακάριοι. Ανίσως δε και είμεθα αμαρτωλοί, πρέπει τώρα οπού έχομεν καιρόν να μετανοήσωμεν από τα κακά και να πράξωμεν τα καλά. Η κόλασις μας καρτερεί˙ πότε θα μετανοήσωμεν; Όχι αύριον, μεθαύριον και του χρόνου, άλλ’ αυτήν την ώραν. Διότι δεν ηξεύρομεν έως αύριον τι έχομεν να πάθωμεν. Ο Χριστός μας λέγει να είμεθα πάντοτε έτοιμοι. Πόσον κακόν πράγμα είνε, χριστιανοί μου, να πέση ο άνθρωπος εις αμαρτίαν και να μη μετανοήση! Στοχασθήτε!
Τον παλαιόν καιρόν οι Εβραίοι εθανάτωσαν όλους τους προφήτας, όλους τους δικαίους διδα-σκάλους˙ χιλιάδες φορές άφησαν τον Χριστόν και επροσκύνησαν τον διάβολον, και τόσον, όπου έκαμαν ένα μοσχάρι και το επροσκυνούσαν δια Θεόν, καθώς το έχουν έως την σήμερον. Και τώρα το αυτό είνε να συναναστρέφεσαι και να πραγματεύεσαι, να τρώγης και να πίνης με τον διάβολον. Ετόλμησαν και εσταύρωσαν και τον Χριστόν μας. Ο Πανάγαθος εις όλα αυτά τους εφύλαγε, τους ε-σκέπαζεν. Εκαρτέρησεν ο Κύριος ύστερα από την σταύρωσίν του τριάντα χρόνια να μετανοήσουν, αλλά δεν μετενόησαν. Τότε τους κατηράσθη, τους αφώρισε, τους ωργίσθη και αφήκε τον διάβολον μέσα εις την καρδίαν των, καθώς τον έχουν έως σήμερον. Εσκοτίσθησαν, έφυγον από όλον τον κόσμον και επήγαν εις την Ιερουσαλήμ. Σηκώνει ο Θεός τον βασιλέα από την παλαιάν Ρώμην και πολιορκεί τους Εβραίους μέσα εις την Ιερουσαλήμ, και οι πατέρες και αι μητέρες έσφαζον τα τέκνα των και τα έτρωγον˙ ο διάβολος θέλει να τρώγουν οι γονείς τα τέκνα των, και όχι ο Θεός.
Ακούετε, αδελφοί μου, ο άνθρωπος τι κακόν παθαίνει όταν αμαρτάνη και τον εγκαταλείψη ο Θεός; Φοβερόν το εμπεσείν εις χείρας Θεού ζώντος. Μεγάλην ευσπλαγχνίαν έχει ο Θεός, αλλά έχει και μεγάλην οργήν˙ και καθώς επαίδευσε τους Εβραίους, παιδεύει και ημάς, ανίσως και δεν κάμνωμεν καλά.
Βάνει ο Θεός τον βασιλέα μέσα εις την Ιερουσαλήμ και θανατώνει χίλιες εκατόν είκοσι χιλιάδες Εβραίους, και τόσον, οπού έγινε το αίμα ωσάν θάλασσα. Τριάντα φλωρία επώλησαν οι Εβραίοι τον Χριστόν μας, τριάντα εις το φλωρί επώλησεν ο Χριστός μας χίλιες χιλιάδες Εβραίους. Εσύ έμαθες και πωλείς τον Χριστόν, και εκείνος δεν ημπορεί να σε πωλήση;
Και τώρα μη δυνάμενοι οι Εβραίοι να τον μετασταυρώσουν τον Χριστόν, κάθε Μεγάλην Παρασκευήν τον κάνουν από κερί και τον σταυρώνουν, και ύστερα τον καίουν˙ ή παίρνουν ένα αρνί και το κτυπούν με τα μαχαίρια και το σταυρώνουν αντί του Χριστού. Ακούετε κακία των Εβραίων και του διαβόλου; Καθώς γεννηθή το Εβραιόπαιδον, αντί να το μάθουν να προσκυνή τον Θεόν, οι Εβραίοι, παρακινούμενοι από τον πατέρα των τον διάβολον, ευθύς οπού γεννηθή, το μαθαίνουν να βλασφημά και να αναθεματίζη τον Χριστόν μας και την Παναγίαν μας˙ και εξοδεύουν πενήντα, εκατόν πουγγία να εύρουν κανένα χριστιανόπουλο να το σφάξουν, να πάρουν το αίμα του, και με εκείνο να κοινωνούν. Ο διάβοβος θέλει να πίνωμεν το αίμα των παιδίων, και όχι ο Θεός. Ο Χριστός μας παραγγέλλει να ευχώμεθα όλον τον κόσμον. Ο Εβραίος, όσον και αν είνε φίλος σου, πήγαινε καλημέρισέ τον, και βάλε το αυτί σου να ακούσης τι σου λέγει. Εσύ τον εύχεσαι και τον χαιρετάς, και εκείνος σε καταράται και σου λέγει, κακή ημέρα σου, διότι η καλή είνε του Χριστού, και δεν θέλει ούτε να την ακούση ούτε να την είπη ο Εβραίος. Κοίταξε εις το πρόσωπον ένα Εβραίον όταν γελά τα δόντια του ασπρίζουν, το πρόσωπόν του είνε ωσάν πανί αφωρισμένο, διότι έχει την κατάραν από τον Θεόν, και δεν γελά η καρδία του. Έχει τον διάβολον μέσα του οπού δεν τον αφήνει. Κοίταξε και ένα χριστιανόν εις το πρόσωπον, ας είνε και αμαρτωλός˙ λάμπει το πρόσωπόν του, χύνει η χάρις του Αγίου Πνεύματος. Σφάζει ο Εβραίος ένα πρόβατον, και το μισό το εμπροσθινόν το κρατεί δια λόγου του, και το πισινόν το μουντζώνει και το πωλεί εις τους χριστιανούς δια να τους μαγαρίση. Και αν σου δώση ο Εβραίος κρασί ή ρακί, είνε αδύνατον να μη το μαγαρίση πρώτον˙ και αν δεν προφθάση να κατουρήση μέσα, θα πτύση. Όταν αποθάνη κανένας Εβραίος, τον βάζουν μέσα εις ένα σκαφίδι μεγάλο και τον πλένουν με ρακί, και του βγάνουν όλην του την βρώμα, και εκείνο το ρακί το φτιάνουν με μυριστικά, και τότε το πωλούν εις τους χριστιανούς, ευθηνότερον, δια να τους μαγαρίσουν, πωλούν ψάρια εις την πόλιν οι Εβραίοι; Ανοίγουν το στόμα του οψαρίου και κατουρούν μέσα, και τότε το πωλούν εις τους χριστιανούς.
Ο Εβραίος μου λέγει πως ο Χριστός μου είνε μπάσταρδος, και η Παναγία μου πόρνη. Το άγιον Ευαγγέλιον λέγει πως το έγραψεν ο διάβολος. Τώρα έχω μάτια να βλέπω τον Εβραίον; Ένας άνθρωπος να με υβρίση, να φονεύση τον πατέρα μου, την μητέρα μου, τον αδελφόν μου, και ύστερα το μάτι να μου βγάλη, έχω χρέος ωσάν χριστιανός να τον συγχωρήσω. Το δε να υβρίση τον Χριστόν μου και την Παναγίαν μου, δεν θέλω να τον βλέπω. Και η ευγενία σας πώς βαστά η καρδία να κάνετε πραγματείας με τους Εβραίους; Εκείνος οπού συναναστρέφεται με τους Εβραίους, αγοράζει και πωλεί, τί φανερώνει; Φανερώνει και λέγει, πώς καλά έκαμαν οι Εβραίοι και εθανάτωσαν τους προφήτας και όλους τους διδασκάλους και όλους τους καλούς. Καλά έκαμαν και κάμνουν να υβρίζουν τον Χριστόν μας και την Παναγίαν μας. Καλά κάμνουν και μας μαγαρίζουν και πίνουν το αίμα μας.
Ταύτα διατί σας τα είπα, χριστιανοί μου; Όχι δια να φονεύετε τους Εβραίους και να τους κατατρέχετε, αλλά δια να τους κλαίετε, πώς άφησαν τον Θεόν και επήγαν με τον διάβολον. Σας τα είπα να μετανοήσωμεν ημείς τώρα οπού έχομεν καιρόν, δια να μη τύχη και μας οργισθή ο Θεός και μας αφήση από το χέρι του και το πάθωμεν και ημείς σαν τους Εβραίους και χειρότερα.
Χριστιανοί μου, φθάνουν αυτά˙ δεν ημπορώ να σας είπω περισσότερα. Σας είπα και εγώ εκείνο οπού με εφώτισεν ο Θεός˙ ζητήσατε και η ευγενία σας να μάθετε τα άλλα. Είσθε φρόνιμοι και γνωστικοί˙ καταλάβετε το καλόν σας και κάμετέ το. Τώρα τί κάμνομεν, χριστιανοί μου; Εγώ σας συμβουλεύω, αμή δεν με συμβουλεύετε και η ευγενία σας; Η εργασία η ιδική μου είνε και ιδική σας, είνε της πίστεώς μας, του Γένους μας. Έχω και δύο λογισμούς. Ο ένας λογισμός μου λέγει να σας ευχηθώ και να με ευχηθήτε, και να σηκωθώ να πηγαίνω εις άλλο μέρος, να ακούσουν και άλλοι αδελφοί μας οπού με καρτερούν. Ο άλλος λογισμός μου λέγει: Όχι, μη πηγαίνης, μόνον κάθησε να κάμης καθώς έκαμες και εις τα άλλα χωρία, να τελειώσης και τα υπόλοιπα. Διότι αυτά οπού είπομεν εις τρεις λόγους με συντομίαν, ομοιάζουν ωσάν άνθρωπος να κτίση μίαν εκκλησίαν χωρίς σκεπήν. Τα άλλα οπού έχομεν να είπωμεν ομοιάζουν ωσάν σκεπήν. Ποία είνε η σκεπή; Εγώ βλέπω το Γένος μας οπού έπεσεν εις πολλά κακά˙ έχουν κατάρες, αφορισμούς, αναθεματισμούς, όρκους, βλασφημίας και άλλα τοιαύτα. Να καθαρισθούν οι χριστιανοί, να αγιασθούν τα χωρία των και να καθαρισθούν ψυχικώς και σωματικώς. Το δεύτερον παρακινώ τους χριστιανούς να φτιάσουν σταυρούς και κομπο-σχοίνια, και παρακαλώ τον Χριστόν μας και τα ευλογεί, δια να τα έχουν οι χριστιανοί φυλακτήρια. Τρίτον είνε οπού κάμνω τους χριστιανούς όλους και συγχωρούν ζωντανούς και αποθαμένους. Αυτά τα τρία μου λέγει ο λογισμός μου. Αλλά τώρα μου δίνετε την ευχήν σας να πηγαίνω, και τα άλλα τα τελειώνετε η ευγενία σας; Όχι, άγιε διδάσκαλε, σε παρακαλούμε να καθήσης να μας τα τελειώσης, διότι δεν ηξεύρομεν να τα κάμωμεν. Καλά, χριστιανοί μου, δια την αγάπην του Χριστού μας και την ιδικήν σας θα καθήσω.
Είνε πολλοί παπάδες εδώ; Κάμνετε τον κόπον, άγιοι ιερείς,να σηκωθήτε επάνω να ιδώ, είσθε πολλοί; Άγιοι ιερείς, μου κάμνετε μίαν χάριν, να διαβάσωμεν ένα άγιον Ευχέλαιον, να χρισθούν οι χριστιανοί οι αδελφοί μας; – Ορισμός σου, άγιε του Θεού. – Έχω φλωρία πολλά να σας πληρώσω, μα δεν σας δίδω. Θέλω χάρισμα, διότι με πληρωμήν δεν ενεργεί η χάρις του Θεού, του Παναγίου Πνεύματος˙ διότι έτσι λέγει ο Χριστός μας; χάρισμα σας έδωσα εγώ την χάριν μου, χάρισμα να την δίδετε και σεις εις τους αδελφούς σας. Το κάμνετε, άγιοι ιερείς; – Μάλιστα, άγιε του Θεού. – Παρακαλώ και εγώ τους χριστιανούς και σας συγχωρούν, ή δεν έχετε αμαρτίας; Και σας φιλεύω αύριον από ένα βιβλίον, όχι δια πληρωμήν, αλλά δια μίαν ευχήν. – Ορισμός σου. – Σας παρακαλώ, χριστιανοί μου, να ειπήτε δια τους αγίους ιερείς, οπού θα σας διαβάσουν το άγιον Ευχέλαιον, τρεις φοράς: Ο Θεός συγχωρήσοι και ελεήσοι αυτούς. Αν θέλετε και η αγιωσύνη σας ζητήσατε συγχώρησιν. Άγιε εφημέριε, μου χρειάζονται απόψε να ετοιμάσης είκοσι φλετζάνια και δύο οκάδες λάδι. Χριαλίδια έχει το παιδί το ιδικό μου και σου δίδει. Και αν θέλης, περιπάτησε, παπά μου, εις τα σπίτια να μαζεύσης καμμιά δεκαριά οκάδες λάδι, και βάνεις δια το ευχέλαιον μία οκά, και το άλλο το δίνεις της παπαδιάς και το τρώγει. Δεν είνε καλά έτσι; Το κάμνεις; – Το κάμνω, άγιε του Θεού. – Αν δεν το κάμης, αύριον σε κηρύττω ψεύστη και σε εντροπιάζω. Σηκωθήτε επάνω δέκα εντόπιοι˙ ακούσατε. Οι πέντε να κάμετε απόψε δεκαπέντε σακκιά˙ και σεις αι γυναίκες να φέρετε ψωμί και το σιτάρι απόψε˙ και σεις οι πέντε να σταθήτε επίτροποι, και να κόψετε τα ψωμία και να τα βάλετε μέσα στα σακκιά, και το σιτάρι. Το κάμνετε; – Το κάμνομεν, άγιε του Θεού. Εσείς οι άλλοι πέντε να φέρετε πέντε καζάνια νερό απόψε να ξημερωθούν έτοιμα δια να παρακαλέσωμεν τον Χριστόν αύριον να τα ευλογήση και να πάρουν οι χριστιανοί δι’ αγιασμόν. Το κάμνετε; – Το κάμνομεν, άγιε του Θεού. – Καλά, παιδιά μου. Καθήσατε να τελειώσωμεν και τα επίλοιπα. Προσέχετε λοιπόν, παιδιά μου, να μη υπερηφανεύεσθε.
(Τα «επίλοιπα» είνε εις το τέλος της Α’ διδαχής).
ΔΙΔΑΧΗ Ε’ *5
Εν αρχή εποίησεν ο Θεός τον ουρανόν και την γην και πάντα τα εν αυτοίς κ.λ.π., λέγει ο προφήτης Μωυσής πεφωτισμένος εκ Πνεύματος Αγίου εις την Αγίαν Γραφήν.
Τον παλαιόν καιρόν, χριστιανοί μου, εγίνοντο καλοί οι άνθρωποι. Μεταξύ εις τους πολλούς έχομεν και ένα ονομαζόμενον Μωυσήν. Ο Μωυσής, αδελφοί μου, από μικρόν παιδίον έλαβε δύο πράγματα εις την καρδίαν του αγάπην εις τον Θεόν και εις τους αδελφούς του. Αυτάς τας δύο αγάπας να έχετε, χαράν, δόξαν, αγαλλίασιν, πλούτον, θησαυρόν˙ να χαιρώμεθα με αυτάς τας δύο αγάπας πάντοτε. Σαράντα χρόνους εσπούδασεν ο προφήτης Μωυσής να μάθη τα γράμματα, δια να καταλάβη που περιπατεί. Να σπουδάζετε και σεις, αδελφοί μου, να μανθάνετε γράμματα όσον ημπορείτε. Και αν δεν εμάθετε οι πατέρες, να σπουδάζετε τα παιδιά σας, να μανθάνουν ελληνικά, διότι και η εκκλησία μας είνε εις την ελληνικήν. Και αν δεν σπουδάσης τα ελληνικά, αδελφέ μου, δεν ημπορείς να καταλάβης εκείνα οπού ομολογεί η εκκλησία μας. καλύτερον, αδελφέ μου, να έχης ελληνικόν σχολείον εις την χώραν σου, παρά να έχης βρύσες και ποτάμια και ωσάν μάθης το παιδί σου γράμματα, τότε λέγεται άνθρωπος. Το σχολείον ανοίγει τας εκκλησίας˙ το σχολείον ανοίγει τα μοναστήρια.
Σαράντα χρόνους παρεκάλει ο Μωυσής τον Θεόν δια να ξεσκλαβώση τους αδελφούς του τους Εβραίους από την Αίγυπτον. Πρέπει και συ, αδελφέ μου, να παρακαλής τον Θεόν όσον ημπορείς δια το καλόν του αδελφού σου˙ όχι, αδελφέ μου, να τον κλέπτης και να τον φονεύης και να αγαπάς το κακόν του. Σαράντα ημέρας και σαράντα νύκτας ενήστευσεν ο προφήτης Μωυσής, ωσάν οπού εκαθαρίσθη ψυχικώς και σωματικώς από πάσαν αμαρτίαν. Ακούσατε, αδελφοί μου, τι καλά που έκαμεν ο προφήτης Μωυσής, να ιδήτε και ο πανάγαθος Θεός τι μεγάλο καλόν οπού του εχάρισε. Τον εχειροτόνησε βασιλέα και εβασίλευσε σαράντα χρόνους˙ τον έκαμε και προφήτην εις όλον τον κόσμον, να ηξεύρη όλα τα μέλλοντα και τα παρελθόντα˙ τον έκαμεν ωσάν τον εαυτόν του ο Θεός. Έζησεν ο προφήτης Μωυσής εκατόν είκοσι οκτώ χρόνους και επέρασε και εδώ καλά και επήγε και εις τον παράδεισον να χαίρεται πάντοτε. Έτσι πρέπει, αδελφοί μου, να παιδευώμεθα και ημείς, να πιστεύωμεν όσον είνε δυνατόν, να καθαριζώμεθα από πάσαν αμαρτίαν ψυχικήν και σωματικήν, και να γινώμεθα ωσάν Άγγελοι. Και αν δεν παιδευώμεθα, αδελφοί μου, παρά τρώγωμεν και πίνωμεν, και χαιρώμεθα, και χορεύωμεν, δεν πρέπει να λεγώμεθα άνθρωποι, αλλά ζώα άλογα.
Ο πανάγαθος Θεός, αδελφοί μου, εφώτισε τον προφήτην Μωυσήν και μας έγραψε πολλά και διάφορα νοήματα. Εκείνα οπού είπομεν εψές, είνε από τον προφήτην Μωυσήν. Είπομεν εψές, αδελφοί μου, πως ο πανάγαθος Θεός είνε ένας, ακατάληπτος, ανερμήνευτος, παντοδύναμος˙ πώς είνε η αγία Τριάς, Πατήρ, Υιός και Άγιον Πνεύμα˙ πώς έκαμε δέκα τάγματα Αγγέλους πρώτον˙ πώς το ένα τάγμα έγιναν δαίμονες δια την υπερηφάνειάν των, και τότε έκαμεν ο Θεός ημάς τους ανθρώπους δια να μας βάλη εις τον παράδεισον, εις το πρώτον τάγμα των Αγγέλων.
Και έπλασεν ο Θεός ένα άνδρα και μίαν γυναίκα. Καθώς ζυμώνομεν ημείς το αλεύρι με το νερόν και κάμνομεν ένα ψωμί, έτσι και ο Θεός επήρε χώμα και το εζύμωσε και έκαμεν ένα άνδρα και ενεφύσησε και του έδωσε ψυχήν αγγελικήν, αθάνατον. Γυναίκα εις τον κόσμον δεν ήτο, και έβγαλεν ο Θεός από τον άνδρα μίαν πλευράν και την εχρεωστούσε. Γυναίκες εις τον κόσμον ήσαν χίλιες χιλιάδες, αλλά καμμία δεν ευρέθη να πληρώση την πλευράν του Αδάμ, παρά η Δέσποινα Θεοτόκος, οπού ηξιώθη και εγέννησε τον Ιησούν Χριστόν και Θεόν, δια την καθαρότητά της. Παρθένος ήτο και παρθένος έμεινε, και έγινε Βασίλισσα εις τον ουρανόν και εις τους Αγγέλους και πάσης νοητής και αισθητής κτίσεως.
Έκαμε δε ο πανάγαθος Θεός ένα παράδεισον κατά το μέρος της Ανατολής όλον χαρά και ευφροσύνην. Έβαλε δε ο Θεός τον άνδρα και την γυναίκα μέσα εις τον παράδεισον, και τους εχάρισε και όλα τα αγαθά του παραδείσου, και τους παρήγγειλεν ο πανάγαθος Κύριος, δια να γνωρίζουν Θεόν, δια να γνωρίζουν Ποιητήν, μίαν μικράν παραγγελίαν, λέγων εις αυτούς, ότι από μίαν συκήν να μη φάγητε σύκα, και αν δεν φυλάξετε την εντολήν μου και φάγετε σύκα, εγώ θα σας θανατώσω. Ο άνδρας και η γυναίκα κατεφρόνησαν την προσταγήν του Θεού και έφαγον. Να απέχετε λοιπόν αδελφοί μου˙ να μη κάμνετε ωσάν τον Αδάμ και την Εύαν, να καταφρονήτε τον λόγον του Θεού, διότι, αδελφοί μου, ο πανάγαθος Θεός είνε εύσπλαγχνος, αλλά είνε και δίκαιος. Έχει και ράβδον σιδηράν εις τας χείρας του. Εξόχως σεις αι γυναίκες να προσέχετε να μη το πάθετε ωσάν την Εύαν, να κάμετε τον λόγον του διαβόλου και να αφήνετε τα προστάγματα του Θεού. Να απέχετε αι γυναίκες, να μη παρακινήτε τους άνδρας εις το κακόν ωσάν την Εύα.
Ο άνδρας και η γυναίκα κατεφρόνησαν την προσταγήν του Θεού και έφαγον˙ τους εξώρισεν ο Θεός από τον παράδεισον και ήλθον εις τον κατηραμένον τούτον τόπον. Λέγουσι δε πως έκαμαν τριαντατρία παιδιά αρσενικά, και είκοσι θυγατέρας, και έζησαν εννεακοσίους τριάκοντα χρόνους και υπήγον εις την κόλασιν και εκαίοντο και εφλογίζοντο πέντε και ήμισυ χιλιάδες χρόνια.
Έως εδώ το εφέραμεν εψές. Όλοι οι άνθρωποι από ένα άνδρα και μίαν γυναίκα εγεννήθημεν, και όλοι είμεθα αδελφοί. Ο διάβολος, αδελφοί μου, ο μισόκαλος εχθρός μας, βλέποντας τον κόσμον πως πληθαίνει, εφθόνησε και εβουλήθη εις την καρδίαν του να εξολοθρεύση τον κόσμον και έβαλε μίσος εις την καρδίαν των ανθρώπων να μισούν αλλήλους και να μη υπανδρεύωνται και γεννώσι τέκνα και αυξάνη ο κόσμος. Και έρριψε τους ανθρώπους εις αρσενοκοιτίας, κτηνοβασίας και άλλα αισχρά, οπού δεν τα έκαμνον ούτε τα άλογα ζώα. Βλέπων ο πανάγαθος Θεός πως ο μισόκαλος διάβολος έβαλε σκοπόν εις την καρδίαν του να τελειώση τον κόσμον, παρήγγειλεν ότι όποιος δεν κάμνει παιδιά να είνε κατηραμένος. Και από τότε υπανδεύοντο και έπαιρνον γυναίκας. Άκουσε και συ, αδελφέ μου, οπού δεν κάμνεις παιδιά˙ λοιπόν έχεις κατάρα; Λοιπόν κακά κάμνεις να λυπάσαι. Ο πανάγαθος Θεός δια να κόψει εκείνο το κακόν το έκαμε. Συ, αδελφέ μου, οπού λυπάσαι πως δεν κάμνεις παιδιά, γογγύζεις πώς έχεις κατάρα; Δεν έχεις κατάρα.
Χιλιάδες, μυριάδες άνδρες και γυναίκες εις τον κόσμον, οπού εφύλαξαν παρθενίαν και δεν έκαμον παιδιά. Και αν έχης συ την κατάραν, την έχουν και εκείνοι˙ την έχω και εγώ οπού είμαι καλόγηρος. Και τι σε βλάπτει να γεννήσης όλους τούτους τους ανθρώπους τέκνα πνευματικά; Πάρε, αδελφέ μου, δύο παιδιά πτωχά εις το σπίτι σου να τα κάμης τέκνα σου πνευματικά, να έχης μισθόν από τον Θεόν και τιμήν από τους ανθρώπους˙ να γεννήσης την ταπείνωσιν, νηστείαν, προσευχήν, ελεημοσύνην, αγάπην εις τον Θεόν και εις τους αδελφούς σου, και τότε σώζεσαι. Εσύ πάλιν, αδελφέ μου, οπού κάμνεις τα παιδιά, να κλαίης και να λυπάσαι, διότι όσας αμαρτίας κάμνουν τα παιδιά σου αναφέρονται και εις την ψυχήν σου. Μένεις ανύπανδρος; Ένα χρέος χρωστάς. Υπανδρεύθης; Έχεις χρέος να σώσης και την γυναίκα σου, δύο παιδιά, τρία, πέντε ή δέκα έκαμες. Όσα παιδιά και αν κάμης, τόσα χρέη χρεωστείς. Δεν ακούεις οπού λέγουν τα παιδιά σου: Ανάθεμα τον πατέρα οπού τα έσπερνε; Εγώ αγροικώ πολλούς οπού το λέγουν. Δια τούτο, αδελφέ μου, εσύ οπού κάμνεις τα παιδιά, να τα παιδεύης και να τα μανθάνης γράμματα και εξόχως ελληνικά, διότι η Εκκλησία μας είνε εις την ελληνικήν γλώσσαν. Δεν σας λέγω περισσότερα, διότι είσθε φρόνιμοι και γνωστικοί.
Τον παλαιόν καιρόν ήτο ένας άνθρωπος ονομαζόμενος Ιωακείμ, είχε δε και μίαν γυναίκα ονομαζομένην Άνναν. Καλός και ο άνδρας καλή και η γυναίκα, και από γένος βασιλικόν και οι δύο, αλλά η γυναίκα ήτο καλυτέρα. Πολλές γυναίκες ευρίσκονται εις τον κόσμον οπού είνε καλύτερες από τους άνδρας. Τι σε ωφελεί να καυχάσαι πως είσαι άνδρας, και είσαι χειρότερος από την γυναίκα και πηγαίνεις εις την κόλασιν και καίεσαι πάντοτε, και η γυναίκα σου να πηγαίνη εις τον παράδεισον να χαίρεται πάντοτε. Ήσαν δε, αδελφοί μου, ο Ιωακείμ και η Άννα άνθρωποι ευλαβείς, σώφρονες, ενάρετοι, ταπεινοί. Είχαν τον οίκόν των ξενοδοχείον, αλλά παιδιά δεν έκαμνον. Γνωρίζοντες πως ο πανάγαθος Θεός δίδει όλα τα αγαθά, τον παρεκάλουν να τους δώση ένα τέκνον, αρσενικόν ή θηλυκόν, και να το αφιερώσουν εις τον Ναόν. Βλέπων ο πανάγαθος την καλήν των γνώμην και των δύο, ευθύς εγγαστρώθη η γυναίκα του Ιωακείμ και εγέννησε την Δέσποιναν Θεοτόκον, την βασίλισσαν του ουρανού και της γης, και την ωνόμασε Μαρίαν, και θέλει να ειπή Κυρία – βασίλισσα. Ακούετε, αδελφοί μου, πως ο Ιωακείμ και η Άννα είχον την ελπίδα των εις τον Θεόν και τους έδωκε την χάριν οπού του εζήτησαν. Οι μάρτυρες ηγόρασαν τον παράδεισον με το αίμα των, οι ασκηταί με την ασκητικήν των ζωήν, και ημείς, αδελφοί μου, οπού κάμνομεν τα παιδιά, με τι θα αγοράσωμεν τον παράδεισον; Με την φιλοξενίαν˙ να φιλεύωμεν τους πτωχούς, τους τυφλούς και χωλούς αδελφούς μας, ωσάν τον Ιωακείμ, και όχι τους πλουσίους, διότι έχουν εκείνοι εδώ, και μας εξαγοράζουν εις ταύτην την ζωήν την ματαίαν˙ μα οι πτωχοί δεν έχουν να μας εξαγοράσουν εδώ, και μας το δίδει ο πανάγαθος Θεός εις τον παράδεισον εκατονταπλασίως. Σεις, αδελφοί μου, οπού δεν κάμνετε παιδιά, να έχετε την ελπίδα σας εις τον Θεόν, ωσάν ο Ιωακείμ και η Άννα, όχι να κάμνετε γοητείας και μαγικά και άλλα διαβολικά, να βλέπετε την τύχην σας, την μοίραν σας με μαγείας. Εγώ νομίζω πως βγαίνουν μερικά τέκνα του διαβόλου και περιπατούν εις τον κόσμον και λέγουν: Δώσε μου ένα γρόσι, και εγώ να σου δώσω φυλακτόν να κάμης παιδίον αρσενικόν. Εν τούτοις να μη τους πιστεύετε, διότι πράττουν έργα διαβολικά και βλάπτουν τους ανθρώπους.
Όταν επήγεν η Δέσποινα Θεοτόκος τριών χρόνων, εθυμήθηκε το χρέος του ο Ιωακείμ και η Άννα, οπού την είχον αφιερωμένην εις τον Ναόν, και επήραν την Κυρίαν Θεοτόκον και την υπήγαν εις την εκκλησίαν, οπού ήτο ο προφήτης Ζαχαρίας ο αρχιερεύς, ο πατέρας του τιμίου Προδρόμου, και ευθύς εγνώρισεν ο αρχιερεύς πώς εκείνη μέλλει να γεννήση τον Υιόν και Λόγον του Θεού, τον Ιησούν Χριστόν, εκ Πνεύματος Αγίου, χωρίς άνδρα˙ παρθένος να γεννήση, και πάλιν μετά την γέννησιν παρθένος ν’ απομείνη. Και την επήρε και την εφίλησεν ο Ζαχαρίας, και την έβαλε μέσα εις το άγιον Βήμα, διότι εγνώρισε πως μέλλει να γίνη η Δέσποινα θρόνος του Κυρίου μας. Και έκαμε δώδεκα χρόνους η Θεοτόκος μέσα εις το άγιον Βήμα και κανείς εκεί δεν επήγαινε παρά ο αρχιερεύς μίαν φοράν τον χρόνον και την έβλεπε. Και ετρέφετο με ουράνιον άρτον και εγένετο πλέον καλυτέρα από τους Αγγέλους.
Λοιπόν, αδελφοί μου, το άγιον Βήμα φανερώνει τον θρόνον του Θεού, το καθολικόν φανερώνει τον παράδεισον και ο νάρθηκας φανερώνει την θύραν του παραδείσου. Να χαίρεσθε και να ευφραίνεσθε και η αγιωσύνη σας, άγιοι ιερείς, οπού σας εχάρισεν ο Θεός το άγιον Βήμα, οπού είνε ο θρόνος του Κυρίου μας Ιησού Χριστού. Να απέχετε, αδελφοί μου, οι κοσμικοί να μη εμβαίνετε μέσα εις το άγιον Βήμα. Δεν πρέπει να εμβαίνη κανείς άλλος από τον παπά οπού λειτουργεί και ο διάκονος. Να χαίρεσθε, αδελφοί μου, και σεις οι κοσμικοί, οπού σας εχάρισεν ο Θεός το καθολικόν, οπού φανερώνει τον παράδεισον. Να χαίρεσθε και σεις αι γυναίκες, αδελφοί μου, οπού σας εχάρισεν ο Θεός τον νάρθηκα, οπού φανερώνει την θύραν του παραδείσου.
Και εμβαίνετε, αδελφοί μοου, άνδρες και γυναίκες, μέσα εις την εκκλησίαν με φόβον και τρόμον και να μη κάμνετε κουβέντες˙ και να μη εμβαίνετε μέσα εις την εκκλησίαν, δια να βλέπετε οι άνδρες τας γυναίκας και αι γυναίκες τους άνδρας, αλλά να κάμνετε τον σταυρόν σας με φόβον και τρόμον, να ακούετε την θείαν Λειτουργίαν, να φωτίζεσθε και να καθαρίζεσθε από τας αμαρτίας σας.
Να προσέχετε, αδελφοί μου, οι κοσμικοί να μη κατηγορήτε τους παπάδες σας, να μη τους υβρίζετε και να μη τους παραμελήτε, διότι βάνετε φωτιά και καίεσθε διότι οι παπάδες είνε ανώτεροι και από τους Αγγέλους και από τους βασιλείς. Εγώ, αδελφοί μου, η γνώμη μου έτσι με λέγει να κάμω. Εάν απαντώ ένα παπά και ένα βασιλέα, με φαίνεται εύλογον τον παπά να βάλω να καθήση υψηλότερα από τον βασιλέα˙ και εάν απαντήσω ένα παπά και έναν άγγελον, πρώτα θα χαιρετήσω τον παπά και έπειτα τον άγγελον. Διότι, αδελφοί μου, είνε ανώτερος και από την αγίαν Τράπεζαν, ανώτερος και από το άγιον Ποτήριον˙ διότι το άγιον Ποτήριον είνε άψυχον, μα ο ιερεύς μεταλαμβάνει τα Άχραντα Μυστήρια καθ’ εκάστην ημέραν, το τίμιον σώμα και αίμα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού και Θεού. Εγώ, αδελφοί μου, δεν έχω καμμίαν κατηγορίαν να κάμω των παπάδων, διότι είνε παπάδες και έχουν τον Χριστόν οπού τους παιδεύει και ό,τι σφάλμα κάμουν οι παπάδες, έχει ο Χριστός μας ράβδον σιδηράν δι’ αυτούς.
Έχω να ομιλήσω τώρα δι’ εκείνους, οπού έχουν να γίνουν παπάδες. Εσύ, αδελφέ μου, οπού έχεις να γίνης παπάς, δεκαοχτώ χρονών πρέπει να γίνης αναγνώστης, είκοσι υποδιάκονος, εικοσιπέντε ιεροδιάκονος και τριάντα ιερεύς. Και να μανθάνης ελληνικά γράμματα, να ηξεύρης να εξηγής το άγιον Ευαγγέλιον˙ να το κλείης και έπειτα να το εξηγής εις τους χριστιανούς και τότε να γίνεσαι, αδελφέ μου, παπάς˙ ει δε και γίνεσαι παπάς δι’ ανάπαυσιν ή γίνεσαι δια δόξαν ή γίνεσαι παρανόμως, σου κόβει ο Θεός την ζωήν παράκαιρα και πηγαίνει η ψυχή σου εις την κόλασιν να καίεται πάντοτε. Και να σε παρακαλέσουν, αδελφέ μου, οι κοσμικοί να γίνης παπάς, χωρίς άσπρα, τότε είσαι μακάριος και τρισμακάριος, τότε είσαι ανώτερος από τους Αγγέλους.
Εις τους δώδεκα χρόνους εφώτισεν ο Θεός τον πατέρα και την μητέρα της Θεοτόκου και την αρραβώνιασαν δια πολλάς οικονομίας. Έστειλε κατόπιν ο πανάγαθος Θεός τον άγγελον και λέγει της Θεοτόκου: Μαρία, εσύ πρέπει να χαίρεσαι περισσότερον από όλον τον κόσμον˙ εσύ μέλλει να γεννήσης τον Υιόν και Λόγον του Θεού, τον Ιησούν Χριστόν εκ Πνεύματος Αγίου, χωρίς άνδρα, παρθένος, και πάλιν παρθένος να μείνης, δια να σώση τον Αδάμ και την Εύαν και όλον το ανθρώπινον γένος. Αποκρίνεται η Κυρία Θεοτόκος και λέγει: Κύριέ μου, απορώ και σε δοξάζω, σε προσκυνώ, σε λατρεύω, οπού κατεδέχθης να γεννηθή από εμένα την δούλην σου. Έτοιμη είμαι λοιπόν και ας γίνη το θέλημά σου. Και ευθύς έμεινεν έγκυος η Θεοτόκος και εγέννησε τον Κύριον Ιησούν Χριστόν μας, τον Υιόν και Λόγον του Θεού, χωρίς άνδρα, παρθένος, και πάλιν παρθένος έμεινεν.
Εγεννήθη ο Κύριός μας από γυναίκα, δια να ευλογήση την γυναίκα, διότι η γυναίκα έλαβε την κατάραν πρώτη και μας εδίωξεν από τον παράδεισον, η γυναίκα πάλιν έπρεπε να λάβη την ευλογίαν να μας βάλη πάλιν εις τον παράδεισον. Εγεννήθη ο Κύριός μας από παρθένον, δια να προτιμήση την παρθενίαν. Εσύ, αδελφέ μου, οπού θέλεις να φυλάξης παρθενίαν, να μισήσης τον κόσμον˙ τότε είσαι καλός να γίνης τρισμακάριος και τότε φυλάγεις παρθενίαν, τότε γίνεσαι ωσάν άγγελος. Εγεννήθη ο Κύριος από αρραβωνιασμένην, δια να ευλογήση τον γάμον.
Να χαιρώμεθα, αδελφοί μου, και να ευφραινώμεθα οπού μας έδωκεν ο Κύριός μας ευλογημένον γάμον. Και παρήγγειλεν ο Κύριος να παίρνη ο άνδρας μίαν γυναίκα˙ ομοίως και η γυ-ναίκα ένα άνδρα. Και αφού αρραβωνιασθούν, να εξομολογηθούν το ανδρόγυνον με πίστιν καθαράν, με φόβον και τρόμον και με ευλάβειαν, και να μεταλαμβάνουν τα Άχραντα Μυστήρια με φόβον και τρόμον και ευλάβειαν. Και αφού μεταλάβουν, να στεφανώνωνται μέσα εις την εκκλησίαν και ύστερα από τρεις ημέρας να σμίγουνε. Και αν θέλετε, αδελφοί μου, να κάμνετε χαράς, να παίρνετε ψαλτάδες να ψάλλουν όλην την ημέραν, να δοξάζουν τον Κύριόν μας. Τότε, αδελφοί μου, λέγεται ευλογημένος ο γάμος˙ τότε, αδελφοί μου, χιλιάδες, μυριάδες αμποδέματα και μαγικά να σας κάμνουν, δε σας κολλά τίποτε˙ τότε, αδελφοί μου, εκείνο το ανδρόγυνο κάμνει παιδιά ευλογημένα, το ευλογεί ο Θεός και τα αφήνει εδώ εις ταύτην την ματαίαν ζωήν και περνά καλά και ειρηνικά και πηγαίνει και εις τον παράδεισον. Ει δε και παίρνετε οι άνδρες δύο ή τρεις γυναίκας, ομοίως και αι γυναίκες από δύο ή τρεις άνδρας, δεν είνε ευλογημένος ο γάμος, αλλά λέγεται εκείνος ο γάμος πορνεία ή μοιχεία. Έναν άνδρα έκαμεν ο πανάγαθος Θεός και μίαν γυναίκα να παίρνωνται να κάμνωσι παιδιά. Επανδρεύθης, αδελφέ μου, έκαμες παιδιά; Δεν έκαμες, απέθανεν η γυναίκα σου; Μη παίρνης άλλην γυναίκα˙ αμή γίνου καλόγηρος να δουλεύης δια την ψυχήν σου, να υπάγης εις τον παράδεισον, παρά να παίρνης πολλάς γυναίκας και να κερδίσης όλον τον κόσμον, και να πηγαίνης εις την κόλασιν. Ωσάν πηγαίνης εις την κόλασιν, τι όφελος κάμνεις; Άλλο όφελος δεν κάμνεις, αδελφέ μου, παρά που καίεσαι πάντοτε εις την κόλασιν.
Και δεν παρατηρείς εις το μηνολόγιον τας εννέα Οκτωβρίου να ιδής τον βίον του αγίου Ανδρονίκου και της αγίας Αθανασίας, να ιδής τι αγώνα έκαμον; Καλότυχοι!
Ήσαν ανδρόγυνον και είχον δύο παιδία. Και ο πανάγαθος Θεός εθέλησε να τους δοκιμάση και επήρε και τα δύο τα παιδία μίαν ημέραν. Τί έκαμεν, αδελφοί μου, εκείνο το ευλογημένο ανδρόγυνο; Ευθύς εμοίρασαν τα πράγματά των και έγιναν και οι δύο καλόγηροι εις μοναστήρια και επέρασαν και εδώ καλά και ειρηνικά και υπήγον και εις τον παράδεισον να χαίρωνται πάντοτε με τα καλότυχα παιδιά των.
Αλλά αν κάμνετε τους γάμους σας με τραγούδια και βαρήτε τύμπανα και βιολιά και κάμνετε εκείνα οπού αγαπά ο διάβολος, το καταράται εκείνο το ανδρόγυνο ο πανάγαθος Θεός και δεν προκόπτει. Ή ο άνδρας αποθνήσκει ή η γυναίκα παράκαιρα, και παιδιά κάμνουν, και εκείνα όλα κορίτσια, στραβά, κουτσά, λωλά, αναποδιασμένα. Δεν σας λέγω περισσότερα.
Μας έκαμεν ο πανάγαθος Θεός, αδελφοί μου, ανθρώπους και δεν μας έκαμε ζώα˙ μας έκαμε τιμιωτέρους από όλον τον κόσμον˙ μας έδωκεν ο πανάγαθος Θεός, αδελφοί μου, τα μάτια, να βλέπωμεν τον ουρανόν, τον ήλιον, την σελήνην και τα άστρα και να λέγωμεν: Ώ Θεέ μου, εάν ο ήλιος, οπού είνε πλάσμα σου, είνε τόσον λαμπρός, αμή το άγιόν σου όνομα, οπού είσαι ποιητής του ουρανού και της γης, ποιητής και πλάστης, πόσον είσαι λαμπρότερος; Ώ Θεέ μου, αξίωσόν με να σε απολαύσω. Μας έδωσεν, αδελφοί μου, τον νουν εις την κεφαλήν μας, και είνε ο νους μας ωσάν μέσα εις ένα πιάτο, να βάνωμεν όλα τα νοήματα του Ευαγγελίου και όχι να βάνωμεν μύθους και φλυαρίσματα της τέχνης του διαβόλου. Μας έδωκε τα αυτιά, να ακούσωμεν την θείαν Λειτουργίαν οπού ιερουργεί ο ιερεύς μέσα εις την εκκλησίαν. Μας έδωσε το στόμα, να δοξάζωμεν τον Κύριόν μας, να λέγωμεν το «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ και Λόγε του Θεού του ζώντος, δια της Θεοτόκου και πάντων των Αγίων ελέησόν μας και συγχώρησόν μας τους αμαρτωλούς και αναξίους δούλους σου», και να εξομολογούμεθα με πίστιν καθαράν, και να μεταλαμβάνωμεν τα Άχραντα Μυστήρια με πίστιν καθαράν και φόβον και τρόμον. Έτσι μας θέλει, αδελφοί μου, ο Θεός και όχι να βλασφημούμεν, όχι να προδίδωμεν ο ένας τον άλλον, όχι να κάμνωμεν όρκους και να λέγωμεν ψεύματα, όχι να κλέπτη ο ένας τον άλλον, να παίρνη το πράγμα του άλλου, όχι να ομνύωμεν το όνομα του Θεού δια το παραμικρόν.
Θέλεις, αδελφέ μου, να ειπής, μα τον Θεόν; Δεν λέγεις, μα την αλήθειαν; Εκεί οπού θα κάμης όρκον του αδελφού σου, πες του επ’ αληθείας, και αν δεν σου πιστεύση, τράβα το δρόμο σου. Να απέχωμεν, αδελφέ μου, να μη ορκιζώμεθα εις το όνομα του Θεού, ή να κάμνωμεν όρκους και να ονομάζωμεν τους Αγίους μας˙ ή οπού ομνύουν κάποιοι άγνωστοι το όνομα της Αγίας Τριάδος. αλλοίμονον εις εκείνους˙ φωτιά πύρινη τους καίει και τους φλογίζει.
Ηξεύρεις, αδελφέ μου, πώς σε θέλει ο Θεός; Καθώς δεν θέλεις εσύ να έχη η γυναίκα σου καμμίαν συναναστροφήν με άλλον, έτσι σε θέλει και ο Θεός να μη έχης καμμίαν μερίδα με τον διάβολον. Ευχαριστείσαι η γυναίκα σου να πορενύη με άλλον; Όχι. Να την φιλήση άλλος την γυναίκα σου; Μήτε και αυτό δεν θέλεις. Έτσι θέλει και σένα ο Θεός, αδελφέ μου, να μη έχης καμμίαν συναναστροφήν με τον διάβολον.
Και με τι στόμα, ανόητε και πονηρέ άνθρωπε, αποτολμάς και υβρίζεις το όνομα του Θεού και το προδίδεις; Ομοίως και τους Αγίους; Δεν φοβάσαι, τρισάθλιε, μήπως ανοίξη η γη και σε καταπίη; Ο διάβολος δεν αποτολμά να υβρίζη το όνομα του Θεού, διότι φοβείται μήπως πέση αστραπή και τον κατακαύση˙ και συ, άγνωστε άνθρωπε, ανοίγεις αυτό το κατηραμένον σου στόμα και παραδίδεις το όνομα του Θεού. Αλλοίμονον εις εκείνους οπού υβρίζουν το όνομα του Θεού, διότι θα τους καίη ο πύρινος ποταμός πάντοτε.
Μας έδωκε τα χέρια να κάμνωμεν τον σταυρόν μας με πίστιν καθαράν, με φόβον, τρόμον και ευλάβειαν, και όχι να πιάνωμεν το τουφέκι και να σκοτώνωμεν τον αδελφόν μας και να τον κλέπτωμεν και να τον κατατρέχωμεν και να τον θανατώνωμεν και να τον ονειδίζωμεν. Μας έδωκε τα πόδια να περιπατώμεν εις τον δρόμον τον καλόν, και όχι να περιπατώμεν και να κάμνωμεν κακόν εις τους αδελφούς μας.
Εβαπτίσθη ο Κύριος Ιησούς Χριστός και Θεός ημών εις τον Ιορδάνην ποταμόν από τον τίμιον Ιωάννην τον Πρόδρομον, δια να δείξη και εις ημάς το άγιον Βάπτισμα. Και να βαπτίζετε η αγιωσύνη σας, άγιοι ιερείς, τα παιδία της ενορίας σας με την γνώμην και σκοπόν της αγίας ημών Ανατολικής και Αποστολικής Εκκλησίας. Να τα βουτάτε μέσα εις την κολυμβήθραν˙ να έχετε μέσα πολύ νερό και να κάμνετε τρεις αναδύσεις και τρεις καταδύσεις λέγοντας τα ονόματα της Αγίας Τριάδος.
ΔΙΔΑΧΗ ΣΤ’ *6
Αγία Τριάς, ελέησον και σώσον ημάς˙ Αμήν.
Υπεραγία Θεοτόκε, βοήθησον και σώσον ημάς˙ Αμήν.
Ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός, αδελφοί μου, και Θεός ο γλυκύτατός μας αυθέντης και Δεσπότης, ο ποιητής των Αγγέλων και πάσης νοητής και αισθητής κτίσεως, παρακινούμενος από την άμετρον ευσπλαγχνίαν του και από την πολλήν του αγάπην οπού είχεν εις το γένος μας, σιμά εις τα άπειρα και πολλά χαρίσματα, οπού μας εχάρισεν ο Θεός εκαταδέχθη και έγινε τέλειος άνθρωπος εκ Πνεύματος Αγίου, από τα καθαρώτατα αίματα της Δεσποίνης ημών Θεοτόκου και Αειπαρθένου Μαρίας, δια να μας ελευθερώση από τας χείρας του πονηρού διαβόλου και να μας κάμη υιούς και κληρονόμους της βασιλείας του, να χαιρώμεθα και να ευφραινώμεθα με τους αγίους Αγγέλους πάντοτε, δια να μη καιώμεθα με τους τρισαθλίους δαίμονας πάντοτε.
Καθώς ένας άρχοντας, οπού έχει αμπέλια και χωράφια και βάζει εργάτας, έτσι και ο Κύριος ημών Ιησούς έχει ημάς αμπέλι. Επήρε δώδεκα Αποστόλους και τους ευλόγησε και τους έστειλεν εις όλον τον κόσμον. Και ει μεν θελήσουν οι άνθρωποι να περάσουν και εδώ εις τούτον τον μάταιον κόσμον καλά και ειρηνικά, θέλει τους ευσπλαγχνισθή ο πανάγαθος Θεός να τους βάλη εις τον παράδεισον. Τούτο τους επαρήγγειλε, να πιστεύωμεν και να βαπτιζώμεθα εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος και να φυλάγωμεν τα προστάγματα του Θεού μας. Εις οποίαν χώραν επήγαιναν οι άγιοι Απόστολοι, είπεν ο Κύριος να ευλογούν την χώραν εκείνην. Και εις οποίαν πάλιν χώραν επήγαιναν οι Απόστολοι και δεν τους δέχονται οι άνθρωποι, είπεν ο Κύριος να τινάζουν τα τσαρούχια και να φεύγουν. Λαμβάνοντας την χάριν του Παναγίου Πνεύματος έτρεξαν ως αστραπή και με εκείνην την χάριν του Παναγίου Πνεύματος ιάτρευαν χωλούς, κουτσούς, τυφλούς και δαιμονισμένους και με την προσταγήν του Χριστού μας ανέστηναν νεκρούς.
Πρέπον και εύλογον είνε αδέλφια μου, να είχα και εγώ ο ανάξιος και αμαρτωλός δούλος του την καρδίαν καθαράν, ωσάν τους αγνούς Αποστόλους, και να έχω και εκείνην την χάριν του Παναγίου και τελεταρχικού Πνεύματος, εγώ που αξιώθηκα και ήλθα εις την χώραν σας. Επειδή και είμαι αμαρτωλός και δεν έχω την χάριν του Παναγίου Πνεύματος, παρακαλώ όμως τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν να στείλη ουρανόθεν την χάριν του και να ευλογήση την χώραν σας και τα πράγματά σας και το έργον των χειρών σας. Και το πρώτον να μας ευσπλαγχνισθή, να συγχωρήση τα αμαρτήματά μας˙ και να σας αξιώση, παιδιά μου, να περάσετε και εδώ καλά και ειρηνικά, και να σας βάλη εις τον παράδεισον να δοξάζετε την Αγίαν Τριάδα.
Και εις οποίαν χώραν επήγαιναν οι Απόστολοι, χειροτονούσαν αρχιερείς, ιερείς, ευλογούσαν την χώραν εκείνην και γίνουνταν ένας επίγειος παράδεισος, χαρά και ευφροσύνη, κατοικία των Αγγέλων, κατοικία του Χριστού μας. Και εις οποίαν χώραν δεν τους εδέχονταν, έμενε κατάρα και όχι ευλογία, κατοικία του διαβόλου και όχι του Χριστού μας. Πρέπον και εύλογον είνε, αδελφοί μου χριστιανοί, να αρχίσω την διδασκαλίαν μου και όταν τελειώσωμεν, να ευχαριστήσωμεν τον Θεόν.
Πολλά ονόματα έχει ο Θεός, αδελφοί μου. Το κύριον όνομα του Θεού μας είνε η αγάπη. Αγία Τριάς είνε, Πατήρ, Υιός και Άγιον Πνεύμα, μία φύσις, μία δόξα, μία βασιλεία, ένας Θεός. Πρέπει πρώτον να αγαπώμεν τον Θεόν, αδελφοί μου, διατί μας έδωσε τόσον μεγάλην γην και κατοικούμεν τόσες χιλιάδες άνθρωποι, χορτάρια, βρύσες, ποταμούς, θάλασσαν, οψάρια, αέρα, νύκτα και ημέραν, ουρανόν, άστρα, ήλιον, φεγγάριον. Μας έκαμεν ανθρώπους και όχι ζώα˙ μας έκαμεν ευσεβείς χριστιανούς και όχι αιρετικούς. Τώρα σας ερωτώ, αδέλφια μου, να με ειπήτε, ποίον θέλετε, τον Θεόν ή τον διάβολον; – Τον Θεόν θέλομεν. – Ναι, πολύ καλά το λέγετε, παιδιά μου, φρονιμώτατα, να έχω την ευχήν σας, μόνον να ιδούμεν αυτήν την αγάπην. Αυτή η αγάπη όρα να είνε πιστή, να είνε τελειωμένη ή της λείπει τίποτε πουθενά; Πρέπει να το καταλάβωμεν από λόγου μας˙ εσύ, αδελφέ μου χριστιανέ, έχεις ένα παιδί˙ εγώ σε τιμώ και λέγω καλόν είνε το παιδί σου, αλλά το δέρνω, το καταφρονώ, παίρνω το ψωμίον του και το τρώγω. Τί λέγεις, έτσι είνε η αγάπη; Η αγάπη, με φαίνεται να λέγης, όχι δεν είνε έτσι. Και ημείς καθώς αγαπούμεν τον Θεόν μας να αγαπούμεν και τον αδελφόν μας, διατί είνε φυσικόν να αγαπούμεν τον αδελφόν μας, παρά φύσιν είνε να μην τον αγαπώμεν. Πρέπει να αγαπώμεν τον αδελφόν μας, ότι έχομεν μίαν Πίστιν, ένα Βάπτισμα, τα Πανάχραντα Μυστήρια μεταλαμβάνομεν, ένα παράδεισον ελπίζομεν να απολαύσωμεν, μίαν κεφα-λήν έχομεν, τον Χριστόν μας.
Αδέλφια μου, η αγάπη έχει δύο ιδιώματα, δύο χαρίσματα˙ το ένα δυναμώνει τον άνθρωπον εις τα καλά, και το άλλο αδυνατίζει εις τα κακά. Εγώ έχω ένα ψωμίον να το φάγω και να πίω, μα εσύ καλά δεν έχεις. Η αγάπη με λέγει: Μη το τρώγης μοναχός σου, αλλά δώσε και τον αδελφόν σου. Έχω φορέματα, μα εσύ δεν έχεις. Η αγάπη με λέγει: Δώσε του ένα τον αδελφόν σου. Ανοίγω το στόμα μου να σε κατηγορήσω, να σε ειπώ ψεύματα, η αγάπη όμως νεκρώνει το στόμα μου, το βουλώνει. Απλώνω το χέρι μου να αρπάξω τα πράγματά σου, η αγάπη δεν με αφήνει, είδατε, αδελφοί μου, τί χαρίσματα έχει η αγάπη;
Την αγάπην, επειδή δεν την ηξεύρετε, πρέπει παιδία μου, να στερεώνετε σχολεία˙ διατί πάντα εις τα σχολεία γυμνάζονται οι άνθρωποι και ηξεύρουν και μανθάνουν το τι εστί Θεός, το τι είνε οι άγιοι Άγγελοι, τι είνε οι καταραμένοι δαίμονες και το τι είνε η αρετή των δικαίων. Το σχολείον φωτίζει τους ανθρώπους. Ανοίγουν τα ομμάτια των ευσεβών και ορθοδόξων χριστιανών να μανθάνουν τα μυστήρια.
Διαβάζοντας, αδελφοί μου, την θείαν και Ιεράν Γραφήν ευρίσκω ότι ο προφήτης Ηλίας είνε ζωντανός και τον έχει ο Θεός χιλιάδες χρόνους και μέλλει να τον στείλη και τότε θέλει να χαλάση ο κόσμος. Και πάλιν ερευνώντας την Ιεράν Γραφήν το ευρίσκω ότι ο προφήτης Ηλίας ήλθεν, ήλθεν και ο αντίχριστος, τον οποίον έχομεν και εις το κεφάλι μας, και δεν πρέπει να σας το είπω, ότι τον ηξεύρετε. Και τώρα δεν καρτερούμεν ούτε προφήτην Ηλίαν ούτε αντίχριστον.34
Λυπηρόν είνε να σας το ειπώ, αδέλφια μου, μα η Ιερά και Αγία Γραφή με προστάζει να σας το ειπώ: Σήμερον αύριον καρτερούμεν πείνες, δίψες, πανούκλες, λοιμούς, θανατικά μεγάλα, να μη προφθάνουν τους αποθαμένους. Σήμερον αύριον καρτερούμεν να γίνη μέγας σεισμός, να πέσουν όλα τα βουνά, ο ήλιος και το φεγγάρι να σκοτίζωνται, τα άστρα να πέσουν και ο ουρανός να τυλιχθή ωσάν ένα χαρτίον και όλοι οι άνθρωποι να αποθάνουν.
Και έπειτα μέλλει να λάμψη ο πανάγιος Σταυρός περισσότερον από τον ήλιον, μέλλει να λάμψη ο γλυκύτατός μας Ιησούς Χριστός επτά φορές περισσότερον από τον ήλιον και να αναστήση όλον τον κόσμον με την ψυχήν και με το σώμα (και ο καλός θα είνε ωσάν τον άγγελον και ο κακός θα είνε ωσάν τον τρισκατάρατον τον διάβολον) και να ειπή εις τους δικαίους: Δεύτε οι ευλογημένοι του Πατρός μου να κληρονομήσητε την βασιλείαν του Πατρός μου, διατί εφυλάξατε τα προστάγματά μου και την πίστιν μου. Έπειτα θα ειπή ο Κύριος εις τους αμαρτωλούς. Πηγαίνετε εσείς οι κατηραμένοι εις την κόλασιν, να είσθε μαζί με τον πατέρα σας τον διάβολον, διατί δεν εφυλάξατε τα προστάγματά μου και την πίστιν μου. Και τότε θέλει ανοίξει ο Κύριος ένα πύρινον ποταμόν ωσάν την θάλασσαν να φλογίζη τους αμαρτωλούς και τους ασεβείς, και να βάλη τους δικαίους εις τα δεξιά, τους δε αμαρτωλούς εις τα αριστερά.
Ημείς, αδελφοί μου, τί είμαστε, δίκαιοι ή αμαρτωλοί; Ει μεν και είμαστε δίκαιοι, καλότυχοι και τρισμακάριοι ει δε και είμαστε αμαρτωλοί, πρέπει τώρα, οπού έχομεν καιρόν, να μετανοήσωμεν, να διορθωθούμεν.
Σας παραγγέλλω λοιπόν τούτο να κάμετε˙ να πάρετε όλοι από ένα κομπολόγιον και αυτό το κομπολόγιον να έχη εκατόν τρία σπυρία και εις κάθε σπυρίον να λέγετε: «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ και Λόγε του Θεού του ζώντος, δια της Θεοτόκου και πάντων των Αγίων ελέησόν με τον αμαρτωλόν και ανάξιον δούλον σου». Λοιπόν εγώ μέλλω να σας αφήσω την υγείαν ψυχικά και σωματικά. Μέσα εις τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν, αδέλφια μου, θεωρείται Αγία Τριάς και πάντες οι Άγιοι με τον Τίμιον Σταυρόν, με τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν εσταυρώθηκαν ψυχικά και σωματικά. Αδελφοί μου, ημείς πρέπει να ευλογούμεν την γην, τον ουρανόν, την θάλασσαν και να πηγαίνετε εις τον παράδεισον να χαίρεσθε και να ευφαίνεσθε πάντοτε.
Ήτον ένας βασιλεύς εις την Αίγυπτον και εις την Αλεξάνδρειαν ήτον Πατριάρχης, το όνομά του Ιωακείμ, αγιώτατος άνθρωπος, καλός, ευλαβής, σοφός. Τον βασιλέα εκείνον τον ηγάπησε περισσώς και κοντά εις την αγάπην οπού τον είχεν ο βασιλεύς εβγήκεν ένας Εβραίος και έγινεν Τούρκος και κοντά οπού ετούρκεψε έγινε και βεζίρης. Λέγει ο Εβραίος προς τον βασιλέα: Βασιλέα μου πολυχρονεμένε, τι τον αγαπάς τόσον τον Πατριάρχην αυτόν; Και ο βασιλεύς αποκρίνεται προς τον τρισκατάρατον τον Εβραίον και τον λέγει: Επειδή ο Πατριάρχης είνε καλός άνθρωπος, ευλαβής, σοφός, και δια τούτο τον αγαπώ. Λέγει πάλιν ο Εβραίος προς τον βασιλέα: Βασιλέα μου, επειδή λέγεις ότι τον αγαπάς τον Πατριάρχην, κράξε τον να έλθη εις το παλάτιόν σου και να έλθω και εγώ να συνομιλήσωμεν μαζί με αυτόν, και να ιδής πως θα τον κάμω να μείνη αναπολόγητος. Έπειτα κράζει ο βασιλεύς τον Ιωακείμ. Και ήλθεν ο Ιωακείμ εις το παλάτιον και ήρχισεν ο Εβραίος να φιλονεική με τον Πατριάρχην. Λέγει ο Εβραίος: Πατριάρχη, δεν λέγει ο Χριστός εις το Ευαγγέλιον ότι όποιος από σας τους χριστιανούς έχει πίστιν, να σηκώνη τα βουνά από τον τόπον τους; Λοιπόν πρόσταξεν ο βασιλεύς τον Πατριάρχην να σηκώση ένα βουνόν από τον τόπον του και τότε να πιστεύσουν εις αυτόν. Και λοιπόν τί κάνει ο ευλογημένος Πατριάρχης; Προστάζει και συνάζει τους ευλογημένους τους χριστιανούς και κάνει δέησιν εις τον Άγιον Θεόν τρεις ημέρας και τρεις νύκτας˙ και έπειτα τελειώνοντας ο Πατριάρχης και οι χριστιανοί την δέησιν τους και άρχισεν ο Πατριάρχης να θυμιάζη το βουνόν εκείνο, το οποίον ήτο μεγάλο έως εξ ώρας του μάκρους. Και του λέγει του βουνού ότι εγώ ο ανάξιος δούλος του Χριστού μου σε προστάζω, βουνόν, να σηκωθής από αυτού και να έλθης εις την Αίγυπτον. Και ώ του θαύματος! Εκόπηκε το βουνόν εκείνο και έγινεν εις τρία εις τιμήν της Αγίας Τριάδος και εκίνησε και ήλθε κατεπάνω εις την Αίγυπτον. Έπειτα φωνάζει ο βασιλεύς τον Πατριάρχην και του λέγει: Δια το όνομα του Θεού, Πατριάρχη, πρόσταξε το βουνόν να σταθή να μη μας πλακώση. Και ευθύς ο Πατριάρχης έτρεξε μετά θερμών δακρύων και επρόσταξε το βουνόν και εστάθη επάνω εις την Αίγυπτον. Και το βουνόν εκείνο το ονομάζουν έως σήμερον Ντουρντάς. Και εις αυτό το θαύμα επίστευσαν λαός πολύς, χιλιάδες εξ. Λέγει δε πάλιν ο τρισκατάρατος Εβραίος του βασιλέως: Βασιλέα μου, ήξευρε ότι οι χριστιανοί λέγουν εις την γλώσσαν τους στάσου, βουνόν… και επίστευσαν πάλιν εξ χιλιάδες.
Λέγει και άλλον λόγον ο Εβραίος τον βασιλέα: Βασιλέα μου, ήξευρε και ετούτο˙ ότι οι χριστιανοί λέγουν πως λέγει το Ευαγγέλιόν τους πώς όποιος έχει πίστιν να πίη ένα ποτήρι φαρμάκι και δεν αποθαίνει. Και έπειτα ο βασιλεύς πρόσταξε τον Εβραίον και κάμνει ένα ποτήρι φαρμάκι, οπού δεν ευρίσκονταν χειρότερον εις τον κόσμον. Και πάλιν λέγει ο Εβραίος άλλον λόγον του βασιλέα: Βασιλέα μου, ήξευρε και ετούτο, ότι οι χριστιανοί έχουν τον σταυρόν και σταυρώνουν το πικρόν και γίνεται γλυκόν. Πρέπει λοιπόν να προστάξετε τον Πατριάρχην, όταν θα του δώσης το φαρμάκι να το πίη, να μη κάμη τον σταυρόν του ούτε απάνω του ούτε απάνω εις το ποτήριον. Και έπειτα επήρεν ο βασιλεύς το ποτήριον εις το χέρι του και το έδωσε του Πατριάρχη και του λέγει: Να ετούτο το ποτήριον˙ να το πίης και να μη κάμης τον σταυρόν σου ούτε επάνω σου ούτε εις το ποτήριον. Και ο ευλογημένος Πατριάρχης θέλησε να τους γελάση και να τους πομπεύση εις τον κόσμον δια να τους κάμη μασκαράδες. Τότε λέγει του βασιλέα: Βασιλέα μου, καλά με προστάξατε να το πίω ετούτο το ποτήριον, μα δεν με είπες πόθεν να το πίω το ποτήριον. Και κάμνει με το χέρι του από το πλευρόν και από κάτω και από επάνω και ευθύς έπιε το ποτήριον. Και ο πανάγαθος Θεός ευθύς άνοιξέ του μίαν τρύπαν εις την δεξιάν πλευράν και εχύθη του ποτηρίου το φαρμάκι και έμεινεν άβλαβος. Και έπειτα μέσα εις εκείνο το ποτήριον έμεινε παραμικρόν και το εξέπλυνε και λέγει του βασιλέα: Βασιλέα μου πολυχρονεμένε, εγώ έπια τον καρπόν, πρόσταξε τον Εβραίον να πίη και αυτός και εάν δεν αποθάνη, να πιστεύσωμεν εις αυτόν. Και ο τρισκατάρατος Εβραίος δεν ήθελε να το πίη. Και τον επίεσεν ο βασιλεύς μεγάλως και το έπιεν το ποτήριον ο Εβραίος και έσκασεν ο τρισκατάρατος και επήγεν εις την αιώνιον κόλασιν και καίεται μαζί με τον τρισκατάρατον διάβολον. Καταλαμβάνετε λοιπόν, παιδιά μου, τι δύναμιν έχει ο πανάγιος Σταυρός. Όμως με του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού το όνομα να πηγαίνετε εις τον παράδεισον.
Πάντοτε, παιδιά μου, εδώ οπού ήλθα, έχω χαράν και λύπην. Έρχονται οι χριστιανοί κατά μόνας να μου ειπούν το παράπονό τους, και δεν δύναται ένας δούλος να δουλεύση δύο αυθεντάδες, και δεν δύναμαι να τους εξομολογήσω από ένα ένα και τους διώχνω, και η καρδία μου κόπτεται ωσάν ένας οπού έχει ένα παιδίον, το οποίον είνε άρρωστον, και δεν το δέχεται. Αλλά πρέπει να σας εξομολογήσω παρρησία. Και αν ούτως, παιδία μου, θέλετε πάρει τέσσερες τρίχες από τα γένεια μου, και εγώ παίρνω το βάρος από τα αμαρτήματά σας. Από τον καιρόν όπου εγεννηθήκατε όλα επάνω μου είνε. Και εσείς να εξηγήσετε τα τέσσερα νοήματα και να τα μάθετε. Και αν θέλετε, παιδία μου, να σας ειπώ, να ευρήτε ένα πνευματικόν πρακτικόν και αρετής άνθρωπον, να εξομολογηθήτε, να ειπήτε τα αμαρτήματά σας. Να μη αφήσετε κανένα˙ και αν αφήσετε, όλον τον μισθόν τον χάνετε. Και να συγχωράτε τον εχθρόν σας και να μη φροντίζετε μοναχά δια λόγου σας, αλλά να ερμηνεύετε και τα αδέλφια σας και τα παιδιά σας. Και να έχετε την ευχήν μου και την ευχήν της Παναγίας και την ευχήν του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, του εσταυρωμένου και αληθινού Θεού ημών, ώ η δόξα και το κράτος εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.
ΔΙΔΑΧΗ Ζ’ *7
Ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός και Θεός μας, αδελφοί μου, ο γλυκύτατός μας αυθέντης και Δεσπότης, ο ποιητής των Αγγέλων και πάσης νοητής και αισθητής κτίσεως, παρακινούμενος από την ευσπλαγχνίαν του, από την πολλήν του καθαρότητα, από την πολλήν του αγάπην, οπού έχει εις το γένος μας, σιμά εις τα πολλά και άπειρα χαρίσματα, οπού μας εχάρισε και μας χαρίζει καθ’ εκάστην ημέραν και ώραν και στιγμήν, ιδού οπού μας ηξίωσε και σήμερον την αυγήν και τον εδοξάσαμε και ετιμήσαμε και την Δέσποινά μας την Θεοτόκον. Και άμποτες ο Κύριος να ευσπλαγχνισθή, να συγχωρήση και τα αμαρτήματά μας και να μας αξιώση και να περάσωμεν και εδώ καλά, και να πηγαίνωμεν και εις τον παράδεισον να δοξάζωμεν την Παναγίαν Τριάδα.
Με αξίωσεν ο Κύριος, αδελφοί μου, και μένα τον αμαρτωλόν και ήρθα εχθές εδώ εις την ευλογημένην σας χώραν και σας απόλαυσα και είπαμεν και μερικά νοήματα εις την αγίαν σας εκκλησίαν, καθώς εφώτισε το Πνεύμα το Άγιον τους Προφήτας, τους αγίους Αποστόλους, τους αγίους Πατέρες της Εκκλησίας μας και μας έγραψαν. Σιμά εις τα πολλά είπαμεν και δια τον Θεόν μας, που είνε ένας, η αγάπη, η δε Τριάς, Πατήρ, Υιός και Άγιον Πνεύμα. Παρακινούμενος ο Κύριος από την πολλήν του ευσπλαγχνίαν έκαμε πρώτα δέκα τάγματα Αγγέλων. Το πρώτον τάγμα εξέπεσεν από την υπερηφάνειάν του και έγιναν δαίμονες. Τότε επρόσταξεν ο πανάγαθος Θεός και έγινεν ο κόσμος ετούτος. Και έκαμεν ένα άνδρα και μίαν γυναίκα ωσάν εμάς, το σώμα από την λάσπην και την ψυχήν αγγελικήν, αθάνατην. Ονόμασε τον άνδρα Αδάμ και την γυναίκα Εύαν και έκαμεν και ένα παράδεισον ο Θεός κατά το μέρος της ανατολής, όλο χαρά και ευφροσύνη. Έλαβε τον Αδάμ και την Εύαν μέσα εις τον παράδεισον και εχαίρονταν ωσάν οι Άγγελοι. Τους επαράγγειλε να μη φάγουν από μίαν συκιάν σύκα. Ο Αδάμ και η Εύα εκαταφρόνησαν το πρόσταγμα του Θεού μας και έφαγαν. Δεν είπαν ό,τι έκαμαν. Τους εδίωξεν ο Θεός από τον παράδεισον και έζησαν εις ετούτον τον κόσμον εννεακοσίους τριάκοντα χρόνους με μαύρα και πικρά δάκρυα. Απέθανεν ο Αδάμ και η Εύα, επήγαν εις την κόλασιν και εκαίγονταν και εφλογίζονταν πέντε ήμισυ χιλιάδες χρόνια δια μίαν αμαρτίαν μόνον, καθώς αναφέραμεν την ιστορίαν εψές το βράδυ και την αφήκαμεν.
Τώρα πάλιν ελπίζοντας εις την ευσπλαγχνίαν του Χριστού μας, καθώς το Πνεύμα το Άγιον μας φωτίση, θα κάμωμεν αρχήν να ειπούμεν και τα επίλοιπα με συντομίαν, και πάλιν όχι όλα να τα ειπούμεν, διατί δεν είνε δυνατόν, θέλομεν χρόνους και καιρούς, αλλά μερικά, όπου φαίνονται αναγκαιότερα.
Έως τους πέντε ήμισυ χιλιάδες χρόνους οι άνθρωποι όπου απέθαναν επήγαιναν εις την κόλασιν, επειδή και ο παράδεισος ήτον κλεισμένος. Ευσπλαγχνίσθη ο πανάγαθος Θεός το γένος των ανθρώπων και ευρίσκοντας άξιον υποκείμενον την Δέσποινάν μας την Θεοτόκον, εκαταδέχθη ο Υιός και Λόγος του Θεού και Θεός αληθινός και ζωή των απάντων, ο γλυκύτατός μας Ιησούς Χριστός και Θεός, και έγινε τέλειος άνθρωπος εκ Πνεύματος Αγίου από τα καθαρώτατα αίματα της Δεσποίνης ημών Θεοτόκου και Αειπαρθένου Μαρίας, δια να μας βγάλη από τας χείρας του διαβόλου. Έως τους πέντε ήμισυ χιλιάδες χρόνους πάλιν ο διάβολος έβγαλε όλες του τις κακίες και έβαλε σκοπόν να χαλάση τον κόσμον και επαρακινούσε τους ανθρώπους να προσκυνούν δια Θεόν άλλος τον ήλιον και άλλος το φεγγάρι, άλλος την γην και άλλος την θάλασσαν και άλλος τα πετεινά και τα χερσαία. Έβαλεν ο διάβολος μέσα εις την καρδίαν των ανθρώπων να μισούνε τας γυναίκας και αι γυναίκες τους άνδρας, δια να μην υπανδρεύωνται και κάμουν παιδιά και αυξήση ο κόσμος. Και έτσι δεν εφρόντιζαν οι άνθρωποι να έχουν παιδιά και, το μεγαλύτερον, έρριχνεν ο διάβολος τους ανθρώπους εις αρσενοκοιτίες, κτηνοκοιτίες και άλλα αισχρά, οποία δεν τα έκαμε μήτε σκύλος μήτε γάιδαρος.
Θέλοντας ο πανάγαθος Θεός να κόψη το κακόν επαράγγειλε πως όποιος δεν κάνει παιδιά, είνε κατηραμένος˙ και έτσι, ακούοντες οι άνθρωποι την κατάραν του Θεού, εφοβούντο και έπαιρνε ένας άνδρας μίαν γυναίκα και η γυναίκα ένα άνδρα. Ανίσως και είνε κανένας εδώ από την ευγενίαν σας, οπού δεν κάμνει παιδιά, ας μην λυπάται δεν το είπε δια εσένα ο Θεός, διατί δεν κάμνεις παιδιά, να έχης κατάρα, διατί και εγώ δεν κάμνω παιδιά, μα ωσάν έχω εγώ κατάρα, έχεις και συ. Αυτό το είπεν ο Θεός να διακόψη τον κακόν σκοπόν του διαβόλου και μην λυπάσαι, δεν έχεις καμμίαν κατάραν.
Πάλιν ωσάν θέλης να κάμης παιδιά, εύκολον είνε έπαρε ένα πτωχό παιδί και κάμε το πνευματικό σου παιδί να χαίρεσαι και να ευφραίνεσαι και συ, να χαίρεται και εκείνο. Δια εκείνο το παιδί, όπου σου γεννά η γυναίκα σου, δεν σου χρεωστεί ο Θεός χάριν, διότι το κάμνεις από σαρκικόν πάθος μα δια εκείνο το πτωχό παιδί έχεις χίλιες φορές μισθόν από τον Θεόν εις την ψυχήν σου και τιμήν από τους ανθρώπους, διατί το κάμνεις με το θέλημά σου πνευματικόν παιδί.
Και να προσέχης εσύ ο άνδρας να μη μεταχειρίζεσαι την γυναίκα σου με άγριον μάτι, πως δεν σου κάμνει παιδιά. Δεν έχει κανένα φταίξιμο η γυναίκα σου εις αυτό, είνε θέλημα του Θεού.
Και μην το κάμνετε καθώς το έκαμεν ένας τρελλός και ανόητος˙ διατί δεν έκαμεν η γυναίκα του παιδιά, την εχώρισε και επήρεν άλλην και άλλος πάλιν, επειδή δεν του έκαμεν η γυναίκα του αρσενικά παιδιά, παρά μόνον θηλυκά, την εχώρισεν. Ο διάβολος θέλει να χωρίζουνε τα ανδρόγυνα και όχι ο Θεός. Ως λέγει ο νόμος πως κανένα πράγμα δεν τους χωρίζει, εκτός αν πέσουν εις πορνείαν και όποιος αφήση την γυναίκά του και πάρη άλλην, εκείνος θα κριθή ως μοιχός.
Εις τον καιρόν εκείνον ήτο ένας άνδρας και ελέγετο Ιωακείμ, είχε και μίαν γυναίκα και ελέγετο Άννα. Καλός και ο άνδρας, καλή και η γυναίκα, από βασιλικόν γένος και οι δύο, μα πλέον καλυτέρα η γυναίκα. Ευρίσκονται πολλές γυναίκες οπού είνε καλύτερες από τους άνδρες. Ανίσως και θέλετε οι άνδρες να είσαστε καλύτεροι από τις γυναίκες, πρέπει να κάμνετε και έργα καλύτερα από εκείνες˙ ει δε και αι γυναίκες κάμνουν καλύτερα έργα και πηγαίνουσιν εις τον παράδεισον και ημείς οι άνδρες κάνομε κακά έργα και πηγαίνομε εις την κόλασιν, τί μας ωφελεί οπού είμαστε άνδρες; Καλύτερα να μην είχαμε γεννηθή εις τον κόσμον.
Ο Ιωακείμ και η Άννα άνοιξαν το σπίτι τους και το είχαν ξενοδοχείον˙ και όπου πτωχός, κουτσός, τυφλός, εις το σπίτι του Ιωακείμ και της Άννας επήγαιναν και αναπαύονταν. Έτσι πρέπει και η ευγενία σας να είσαστε φιλόξενοι, διατί με την φιλοξενίαν, οπού κάμνετε εις τους πτωχούς, μετ’ εκείνην αγοράζετε τον παράδεισον. Δεν έκαμεν παιδιά ο Ιωακείμ και η Άννα. Ως φρόνιμοι και γνωστικοί οπού ήταν, εκατάλαβαν πως ένας είνε ο Θεός, οπού δίνει παιδιά και παίρνει. Επαρακάλεσαν τον πανάγαθον Θεόν να τους χαρίση ένα παιδίον αρσενικόν ή θηλυκόν και να το αφιερώσουνε εις τον Θεόν. Βλέποντας ο πανάγαθος Θεός την καλήν τους γνώμην τους ευλόγησε και εγέννησαν την Δέσποιναν την Θεοτόκον και την έβγαλαν Μαρίαν.
Καθώς ο Ιωακείμ και η Άννα εζητούσαν παιδίον από τον Θεόν και όχι από άνθρωπον, έτσι και η ευγενία σας ό,τι θέλετε να ζητήσετε, από τον Θεόν να ζητάτε και όχι από άνθρωπον. Ο διάβολος έβγαλε πολλά τέκνα και θυγατέρας, και έρχεται ένας και σε λέγει: Δος μου εμένα ένα γρόσι ή δύο και εγώ να σου δώσω βότανα να κάμης αρσενικά, να σε δώσω φυλακτά να μαντεύσης, να γοητεύσης, να ιδής την τύχην σου, την μοίρα σου, το ριζικό σου και άλλα τοιαύτα. Εκείνα οπού ενομοθέτησαν οι άγιοι Πατέρες και όσα είνε της Εκκλησίας μας, είνε καλά και άγια, και ψυχικά και σωματικά˙ και όσα γίνονται έξω της Εκκλησίας μας, είνε όλα του διαβόλου. Και ο διάβολος κάμνει πολλές φορές και θαύματα κατά φαντασίαν, δια να τον πιστεύετε. Και να φεύγετε αυτά, διατί βάνετε φωτιά και καίγεσθε και ψυχικά και σωματικά. Και αν θέλης να ιδής την τύχην σου ή την μοίραν σου, σήκω καμμάτι αυγή και πήγαινε εις την εκκλησίαν και κοιτάξετε τους τάφους των αποθαμένων τι είνε. Στοχάσου και ειπέ: Δεν ήταν και εκείνοι οι άνθρωποι ωσάν και εμένα και απέθανον; Έτσι μέλλω να πεθάνω και εγώ αύριο και να μην αποτολμήσω να κάμω αυτά τα διαβολικά καμώματα, διατί χάνομαι και αφανίζομαι, και λέγει ο νόμος πως όποιος κάμνει αυτά ή παρακινεί άλλους, είκοσι χρόνους να μη μεταλάβη.
Καθώς ο Ιωακείμ και η Άννα δεν επροτίμησαν το αρσενικόν από το θηλυκόν, έτσι και η ευγενία σας να μην προτιμάτε τα αρσενικά παιδιά σας από τα θηλυκά, διατί όλα τα πλάσματα του Θεού είνε. Καθώς ο Ιωακείμ και η Άννα έβγαλαν την Θεοτόκον το όνομα με νόημα Μαρία, ομοίως και η ευγενία σας, όταν βαπτίζετε τα παιδιά σας, να τα εβγάνετε εις το όνομα των Αγίων, οπού έχουμε νόημα. Μαρία θέλει να ειπή κυρία, ωσάν οπού έμελλεν η Θεοτόκος να γίνη βασίλισσα του ουρανού και της γης και πάσης νοητής και αισθητής κτίσεως, να παρακαλή δια τας αμαρτίας μας. Νικόλαος το όνομα λέγεται εκείνος οπού ενίκησε τους λαούς, τους δαίμονας, τα πάθη. Γεώργιος λέγεται γεωρτημένον φυτόν, στολισμένον με καρπούς, με αρετάς χριστιανικάς. Παρασκευή λέγεται εκείνη που ετοιμάσθη δια τον Χριστόν.
Να κάμης μίαν εικόνα του Χριστού, της Παναγίας, του Προδρόμου, να έχης και τον άγιον του παιδιού σου. Και όταν το παιδίον σηκώνεται από τον ύπνον και σου γυρεύη ψωμί, μην του δίδης, μόνον να πάρης το ψωμί, να το βάλης εμπρός εις την εικόνα του Χριστού και να του ειπής: Εγώ, παιδί μου, δεν έχω ψωμί˙ ο Χριστός έχει. Σήκω να κάμης τον σταυρόν σου, να παρακαλέσωμε τον άγιόν σου να παρακαλέση τον Χριστόν να σου το δώση. Και έτσι το παιδίον παρακινείται δια την αγάπην του ψωμιού και, ευθύς οπού ξυπνά, τον άγιόν του βλέπει. Βλέποντας τότε ο διάβολος το παιδίον πως έχει την ελπίδα του εις τον Χριστόν και εις τον άγιόν του κατακαίεται και φεύγει. Και έτσι να συνηθίζετε τα παιδιά σας, να τα παιδεύετε από μικρά, δια να συνηθίζουν εις τον καλόν δρόμον.
Και αν θέλης να ζήση το παιδίον, εγώ να σε είπω πώς να κάμης˙ να κάμης του παιδιού σου ένα φόρεμα και άλλο ένα εκείνου του πτωχού παιδιού˙ και δια το χατίρι εκείνου του πτωχού παιδιού χαρίζει ο Θεός την ζωήν του παιδιού σου. Και να αγαπάς τα πτωχά τα παιδιά καλύτερα από τα εδικά σου˙ ει δε και να ζητάς πώς να δίνης του παιδιού σου να τρώγη και να πίνη καλά, να έχη εύμορφα φορέματα, και δι’ εκείνο το πτωχό να μη σε μέλη, αύριο βλέπεις το παιδί σου αποθαμένο και καίγεται η καρδιά σου. Και ενώ το πτωχό, το ξυπόλητο, το γυμνό, το πεινασμένο, το καταφρονεμένο το βλέπεις θρεμμένο και είνε ωσάν το γουρουνόπουλο, και το εδικό σου γίνεται ωσάν χτικιασμένο.
Και εκείνην την ημέραν, οπού είνε ο άγιος του παιδιού σου, αν θέλης να κάμης κούρμπανο να εορτάσης τον άγιον, πως πρέπει να κάμης, εγώ σε λέγω. Γίνεται το κούρμπανο θεϊκόν, γίνεται και διαβολικόν.
Θεϊκόν κούρμπανο είνε˙ τώρα θέλεις να δώσης τρία γρόσια να πάρης ένα πρόβατο δόσε ένα γρόσι του παπά σου να σου διαβάση τόσες Λειτουργίες, το άλλο γρόσι πάρε κερί, λιβάνι και λάδι και σύρ’ τα εις την εκκλησίαν να τα κάψουν εμπρός εις τον άγιον και το άλλο γρόσι μοίρασέ το με το χέρι σου κρυφά ελεημοσύνην, να μη σε ξεύρη κανένας. Αυτό είνε το θεϊκόν κούρμπανο. Και να διαβάσης το συναξάρι του αγίου να ακούη το παιδί σου. Και να του ειπής: Ακούεις, παιδί μου, τί έκαμνεν ο άγιός σου; Έτσι να κάμης και συ. Ακούοντας το παιδίον τέτοια θαύματα ζηλεύει και λέγει: Αχ, πότε να γίνω και εγώ ωσάν τον άγιόν μου!
Διαβολικόν κούρμπανο είνε να πάρης ένα πρόβατο, να το μαγειρέψης και να κράξης τους φίλους σου, τους συγγενείς σου, να τρώγετε, να πίνετε, να μεθάτε, να ξερνάτε ωσάν τους σκύλους. Αυτό είνε το διαβολικόν κούρμπανο.
Εμείς ελπίζομεν να σωθώμεν εις το όνομα του Χριστού μας και όχι του προβάτου, ωσάν τους ασεβείς και τους απίστους, οπού κάμνουν τώρα. Η ευγενία σας ποίον θέλετε καλύτερα, το θεϊκόν ή το διαβολικόν κούρμπανο; Το θεϊκόν λοιπόν, αν θέλετε, έτσι να το κάμνετε.
Ένα δένδρο ωσάν το κόψης, ευθύς ξεραίνονται τα κλαριά˙ αμή ωσάν ποτίζης την ρίζαν, στέκονται δροσερά τα κλωνάρια. Ομοίως είστενε και οι γονείς, ωσάν το δένδρον. Και όταν ποτίζεται ο πατέρας και η μητέρα, που είστενε η ρίζα των παιδιών, με νηστείες, προσευχές, ελεημοσύνες, με καλά έργα, φυλάγει ο Θεός τα παιδιά σας˙ ωσάν ξηραίνεστε οι γονείς με τις αμαρτίες, θανατώνει ο Θεός τα παιδιά σας και σας βάνει εις την κόλασιν μαζί τους. Είνε μια μηλιά και κάνει ξυνά μήλα. Εμείς τώρα τί πρέπει, να κατηγορούμε τη μηλιά ή τα μήλα; Τη μηλιά. Λοιπόν κάμνετε καλά εσείς οι γονείς, οπού είστενε η μηλιά να γίνωνται και τα μήλα γλυκά.
Από τον καιρόν εκείνον, οπού έκαμεν ο Θεός τον κόσμον, είχανε περάσει τρεις ήμισυ χιλιάδες χρόνοι, οπού δεν είχε πεθάνει παιδίον πρωτύτερα από τον πατέρα. Εις τον καιρόν εκείνον ήτον ένας άνθρωπος, το όνομα του Θάρας. Έβαλε τον διάβολον εις την καρδίαν του και έβγαλεν είδωλα να προσκυνούν δια Θεόν οι άνθρωποι. Και από τότε άρχισαν και αποθαίνουν τα παιδιά πρωτύτερα από τους γονείς, καθώς και τώρα από τις αμαρτίες των γονέων θανατώνει ο Θεός τα παιδιά σας.
Όταν έγινεν η Δέσποινα Θεοτόκος τριών χρονών, ενθυμήθηκαν οι γονείς το χρέος οπού είχανε εις τον Θεόν. Και τί χρέος είχανε; Την είχανε ταμένη την Θεοτόκον εις την εκκλησίαν και την επήγαν και την αφιέρωσαν.
Και καθώς ο Ιωακείμ και η Άννα ενθυμήθηκαν το χρέος τους και το έκαμαν, έτσι πρέπει και ημείς οι ευσεβείς χριστιανοί να ενθυμούμεθα πάντοτε το χρέος μας, οπού έχομεν εις τον Θεόν να το κάμνωμεν, και τότε να ζητούμεν τον παράδεισον πληρωμήν. Και τί χρέος έχομεν; Τον παράδεισον τον θέλομεν, και το χρέος μας δεν το ξεύρομεν. Σας λέγω εγώ παραμικρόν, ζητήσετε και η ευγενία σας να μάθετε το περισσότερον.
Μας εχάρισεν ο πανάγαθος Θεός τα ομμάτιά μας να τηράζωμεν εις τον ουρανόν, να βλέπωμεν τα άστρα, τον ήλιον, το φεγγάρι, τα πάντα, να δοξάζωμεν τον Θεόν και να λέγωμεν: Θεέ μου, εάν αυτός ο ήλιος είνε τόσον λαμπρός, οπού είνε κτίσμα, αμή εσύ, οπού έκαμες τον ήλιον, πόσον είσαι λαμπρότερος! Αχ, Θεέ μου, αξίωσέ με να σε απολαύσω. Αυτό είνε το χρέος μας, αδελφοί μου. Και δεν μας έδωκεν ο Θεός τα ομμάτιά μας να βλέπωμεν οι γυναίκες άνδρας και οι άνδρες γυναίκας ή και να βλέπωμεν του αδελφού μας το πράγμα να το κλέπτωμεν και να φονεύωμεν τους αδελφούς μας ή να παίζωμεν τα χαρτιά, τα παιγνίδια του διαβόλου, και να ζούμε με αίματα και αδικίες των αδελφών μας.
Μας εχάρισεν ο Θεός τα ποδάρια μας. Έχομεν χρέος να πηγαίνωμεν εις την εκκλησίαν, να στεκώμεθα με ευλάβειαν και να περιπατώμεν εις τον καλόν δρόμον. Και δεν μας έδωκεν ο Θεός τα ποδάρια μας να περιπατώμεν εις τα βουνά ωσάν τους σκύλους, ωσάν τα θηρία, να παίρνωμεν το σεγγούνι τους, να τους ψένωμεν και να παίρνωμεν τα πράγματά τους.
Μας εχάρισεν ο Θεός πλούτον. Έχομεν χρέος να τρώγωμεν και να πίνωμεν το αρκετόν μας, τα ρουχαλάκια μας τα αρκετά, και τα επίλοιπα να τα εξοδιάζωμεν εις τους πτωχούς δια την ψυχήν μας. Και δεν μας έδωκεν ο Θεός τον πλούτον δια να πολυτρώγωμεν και να κάμωμεν πολύτιμα φορέματα και παλάτια υψηλά, να χορεύουν τα ποντίκια αύριον, και οι πτωχοί να αποθάνουν από την πείναν. Αυτό είνε το χρέος μας, αδελφοί μου˙ έτσι το ηξεύρετε. Από την σήμερον και ύστερα έτσι να κάμνετε, αν θέλετε να σωθήτε.
Θέλεις να καταλάβης, αδελφέ μου, το χρέος οπού έχεις εις τον Θεόν; Εσύ, αδελφέ μου, έχεις μίαν γυναίκα. Είσαι ευχαριστημένος να την φιλήση άλλος σε ένα μήνα; Όχι. Σε ένα χρόνο; Όχι. Σε δέκα χρόνους; Όχι. Σε πενήντα χρόνους; Όχι. Σε εκατό χρόνους; Όχι. Να πορνεύση άλλος με την γυναίκα σου δεν το ευχαριστείσαι, να εγγίζη το δάκτυλό του άλλος επάνου της μήτε αυτό δεν το θέλεις. Τόσην μερίδα σε θέλει ο Θεός να μη έχης και συ με τον διάβολον, όσην μερίδα δεν θέλεις και εσύ να έχη άλλος με την γυναίκα σου. Δεν μας έκαμεν ο Θεός δια τον διάβολον και δια την κόλασιν, αλλά δια του λόγου του και δια τον παράδεισον. Αυτό είνε το χρέος μας, χριστιανοί μου.
Εις την εκκλησίαν, οπού επήγαν ο Ιωακείμ και η Άννα την Θεοτόκον, ήτο αρχιερεύς τον καιρόν εκείνον ο προφήτης Ζαχαρίας, ο πατήρ του τιμίου Προδρόμου. Και καθώς την είδε, τον εφώτισε το Πνεύμα το Άγιον και εκατάλαβε πως αύτη είνε οπού μέλλει να γεννήση την ζωήν την αιώνιον, τον Χριστόν. Και ευθύς την αγκάλιασε και την εφίλει, την επήρε και την έβαλε μέσα εις το άγιον Βήμα.
Διατί το άγιον Βήμα σημαίνει και τον άγιον Τάφον του Χριστού μας. Πηγαίνετε καμμίαν φοράν εις τον άγιον Τάφον να προσκυνήσετε; Εις άλλα κοσμικά και διαβολικά πηγαίνετε, και εκεί, οπού εβάλθηκεν ο Χριστός μας δια τας αμαρτίας μας, δεν πηγαίνετε; Τόσην αγάπην έχετε του Χριστού;
Μέσα εις το άγιον Βήμα μίαν φοράν τον χρόνον επήγαινεν ο αρχιερεύς και την έβλεπεν την Θεοτόκον.
Να χαίρεσθε και να ευφραίνεσθε, άγιοι ιερείς˙ σιμά εις τα πολλά οπού σας εχάρισεν ο πανάγαθος Θεός, σας εχάρισε και το άγιον Βήμα, οπού σημαίνει τον θρόνον του Θεού. Και να φυλάγεσθε εσείς οι κοσμικοί να μην μπαίνετε εις το άγιον Βήμα, διατί βάνετε φωτιά και καίγεσθε. Να χαίρεσθε και να ευφραίνεσθε ομοίως και οι άνδρες˙ σιμά εις τα πολλά καλά, οπού σας εχάρισεν ο πανάγαθος Θεός, σας εχάρισεν και το καθολικόν, οπού σημαίνει τον παράδεισον. Ομοίως πάλιν να χαίρεστε και να ευφραίνεστε χιλιάδες φορές και οι γυναίκες˙ εις τα πολλά καλά, οπού σας εχάρισεν ο πανάγαθος Θεός, σας εχάρισεν και τον νάρθηκα, οπού σημαίνει την πόρτα του παραδείσου.
Πρέπει και εμείς οι ευσεβείς χριστιανοί, όταν πηγαίνωμεν εις την εκκλησίαν, να στεκώμαστε με ευλάβειαν, με φόβον, και τρόμον, δια να λάβωμεν συγχώρησιν των αμαρτιών μας.
Και καθώς, όταν μπαίνωμεν μέσα εις τον τάφον και λησμονούμεν όλα τα κοσμικά, ομοίως και όταν μπαίνωμεν μέσα εις το στασίδι, πρέπει να λησμονούμεν όλα τα κακά. Το στασίδι τί είνε; Ένας τάφος ορθός και μας τον εχάρισεν ο Θεός δια διδάσκαλον, να μπαίνωμεν μέσα και να στοχαζώμαστε τας αμαρτίας μας, τον θάνατον, την κόλασιν, τον παράδεισον.
Εάν το κάμνετε έτσι, πολύ καλά το κάμνετε˙ ει δε και πηγαίνετε και στολίζεστε και περιεργάζεστε ένας τον άλλον και κάνετε κουβέντες και λακριντιά μέσα εις την εκκλησίαν, βάνετε φωτιά και καίεστε.
Εδώ, χριστιανοί μου, πώς πηγαίνετε; Κάμετε λακριντιά μέσα εις την εκκλησίαν; – Κάνουμε, άγιε του Θεού. – Αμή η αγιωσύνη σας, άγιοι ιερείς, τί τους λέγετε; – Τους λέγουμε να μη κουβεντιάζουνε, μα αυτοί δεν μας ακούν. – Και τί είνε η αφορμή και δεν σας ακούν; Με φαίνεται πώς να είστενε η αιτία η αγιωσύνη σας και δεν σας ακούν. Ας σηκωθή επάνω ένας παπάς από την αγιωσύνη σας να τον ερωτήσω ένα ερώτημα. Έχεις παιδιά παπά μου; – Έχω. – Όταν βάνης την τράπεζα να φάγουν ψωμί τα παιδιά σου, πού πρέπει να την βάλης, εις την μέσην από τα παιδιά σου, δια να σώνουν όλα, ή εις την άκρην, τα μισά να τρώγουν και τα άλλα μισά να μη τρώγουν; – Εις την μέσην, δια να σώνουν όλα. – Μα αν τύχη και την βάλης εις την άκρην, τα μισά να τρώγουν και τα άλλα μισά να μην τρώγουν, δεν πρέπει να σε κατητορήσουν τα παιδιά σου; – Πρέπει. – Να ιδούμε τώρα, δέσποτά μου, ποίος είνε πατέρας, τράπεζα ποιά είνε, το φαγί ποίον είνε και ποιά είνε τα παιδιά.
Πατέρας πνευματικός και επίτροπος είσαι εσύ, η αγιωσύνη σου, οπού σε έκαμεν ο Θεός, μητέρα είνε η Εκκλησία, τράπεζα το αναλόγι, φαγί είνε τα βιβλία της Εκκλησίας και το άγιον Ευαγγέλιον, παιδιά πνευματικά είνε οι χριστιανοί. Τώρα δεν με φαίνεται πως ομοίως πρέπει να κάνη και η αγιωσύνη σου (δεν το λέγω μόνον δια λόγου σου, αλλά να ακούουν και οι άλλοι), να βάλης το αναλόγι εις το μέσον της εκκλησίας, να διαβάζης παστρικά και μεγαλοφώνως δια να ακούουν όλοι οι χριστιανοί. Και ωσάν ακούουν, δεν κουβεντιάζουν˙ αμή όταν διαβάζης εμπρός εις τον Χριστόν και τα λέγης μέσα σου, οπού ο Χριστός το ηξεύρει και τα ακούεις μοναχός σου, έτσι και οι χριστιανοί, άνδρες και γυναίκες, ωσάν δεν ακούουν και δεν έχουν φαγί, αρχινούνε τα λακριντιά μέσα εις την εκκλησίαν και λέγει η μία γυναίκα την άλλην ποία έχει καλύτερον φόρεμα και στολίδια, ύστερα παίρνουν και φεύγουν και δεν έχουν όρεξιν να ματαέρθουν. Και γίνεσαι αιτία και κολάζονται και εκείνες και κολάζεσαι και η αγιωσύνη σου.
Μα τί πρέπει να κάμης, παπά μου, δια να μην κολασθής; Ετραγούδησες καμμίαν φοράν, δέσποτά μου; Εγώ είδα μίαν φοράν ένα πόρνον, οπού εδιάβαινε από κάτω από ένα σπίτι υψηλό, και εις ένα παράθυρον μίαν κόρην. Την είδε ο πόρνος, μα δεν την έβλεπε τόσον καλά. Ανέβηκε εις υψηλότερον τόπον και την έβλεπε καλύτερα. Αρχίνισε και ετραγούδα και έλεγε: Αχ μαύρα μάτια, μαύρα φρίδια (να ειπώ και άλλο ένα) στου παπά τα παραθύρια. Τί ήτανε ο σκοπός του; Να διώξη τον Χριστόν από την καρδιά της κόρης και να της φέρη τον διάβολον, να διώξη την παρθενίαν και να φέρη την πορνείαν.
Τώρα δεν πρέπει η αγιωσύνη σου να κάμης ομοίως; Να ανεβής υψηλά και να λέγης με κατάνυξιν και μεγαλοφώνως; – Ελέησόν με ο Θεός, κατά το μέγα έλεός σου και κατά το πλήθος των οικτιρμών σου εξάλειψον το ανόμημά μου. Και αν ημπορής, να κλαίης, δια να διώξης τον διάβολον από την καρδίαν των χριστιανών και να φέρης τον Χριστόν˙ να διώξης την πορνείαν και να φέρης την παρθενίαν, να διώξης την υπερηφάνειαν και να φέρης την ταπείνωσιν. Αν θέλετε, ιερείς, να σωθήτε και να σωθούν και οι χριστιανοί, αυτό να κάμετε.
Μέσα εις το άγιον Βήμα η Δέσποινα η Θεοτόκος ήτο δώδεκα χρόνους. Άγγελος Κυρίου την έτρεφε με ουρανίαν τροφήν, με τους Αγγέλους εσυνομιλούσε και έγινε και καλλιωτέρα από τους Αγγέλους. Εις τους δώδεκα χρόνους εφώτισεν ο πανάγαθος Θεός τον πατέρα και την μητέρα της και την αρραβώνιασαν δια πολλές οικονομίες. Και έρχεται άγγελος Κυρίου και της λέγει: Μαρία, εσύ πρέπει να χαίρεσαι από όλον τον κόσμον περισσότερον και από ημάς τους Αγγέλους, διότι εσύ μέλλει να γεννήσης τον Υιόν και Λόγον του Θεού και Θεόν αληθινόν, τον Χριστόν, εκ Πνεύματος Αγίου, χωρίς άνδρα, παρθένος, και πάλιν να μείνης παρθένος, δια να ελευθερώση ο Χριστός τον άνθρωπον από τας χείρας του διαβόλου, καθώς οι Προφήται προεκήρυξαν. Τότε εσηκώθηκε η Δέσποινα Θεοτόκος, εδόξασε τον Θεόν και είπε: Σε δοξάζω, Κύριέ μου, προσκυνώ και σε λατρεύω, πώς εκαταδέχθης να γίνης άνθρωπος από μένα την δούλη σου. Έτοιμη είμαι λοιπόν η δούλη σου και ας γίνη το θέλημά σου το άγιον. Ευθύς συνέλαβε τον γλυκύτατόν μας Ιησούν Χριστόν και Θεόν.
Εγεννήθη ο Κύριος, αδελφοί μου, από γυναίκα, δια να ευλογήση την γυναίκα, επειδή και η γυναίκα έλαβε πρώτον την κατάραν εις τον παράδεισον, η γυναίκα εκρήμνισε τον κόσμον και τον επήγεν εις την κόλασιν, πάλιν η γυναίκα εγέννησε τον Χριστόν και έλαβε την ευλογίαν.
Εγεννήθηκεν ο Κύριος από αρραβωνιασμένην, δια να ευλογήση τον γάμον, επειδή και η αρραβώνα είνε αρχή του γάμου, δια να δείξη και εσένα παράδειγμα, πως το δακτυλίδι οπού πρώτον δίδει ο άνδρας εις την γυναίκα πρέπει να είνε μαλαματένιο και να το βάλη εις το δάκτυλό της η γυναίκα καθαρή ωσάν ετούτο το μάλαμα. Έ, τότες να το δεχτής και να το βάλης εις το δάκτυλό σου, και να προτιμήσης να χάσης την ζωήν σου και το κεφάλι σου παρά να καταπατήσης την τιμήν του ανδρός σου. Ομοίως στέλνεις και εσύ η γυναίκα εις τον άνδρα ένα δακτυλίδι ασημένιο, να τον διδάξης και αυτόν. Του φανερώνεις με το δακτυλίδι και λέγεις πως ανίσως εσύ ο άνδρας και είσαι στέρεος ωσάν το ασήμι, έ, τότες να το δεχτής και να το βάλης εις το δάκτυλό σου, και να βάνης την ζωήν σου και το κεφάλι σου δια την γυναίκα σου. Αυτό φανερώνει η αρραβώνα του γάμου. Να χαίρεστε και να ευφραίνεστε χιλιάδες φορές οι παντρεμένες τίμια δια τα πολλά καλά οπού σας εχάρισεν ο πανάγαθος Θεός˙ σας εχάρισε και ευλογημένον γάμον. Να κλαίετε δια τους ασεβείς και απίστους˙ ανάμεσα εις τα πολλά κακά οπού έχουν, έχουν και καταφρονεμένον γάμον. Πώς γίνεται ομοίως ο γάμος των χριστιανών ευλογημένος και πώς γίνεται καταφρονημένος, ήγουν κατηραμένος, δεν είνε εδικόν μου έργον να ηξεύρω και να το διδάσκω˙ εγώ πρέπει να ηξεύρω την καλογερικήν μου να σωθώ. Είνε άπρεπον ο καλόγηρος να διδάσκη περί γάμων. Μα πάλιν από το άπρεπον εβγαίνομεν κέρδος. Εκείνο οπού ήθελα να σου ειπώ, εγώ παιδί μου, έπρεπεν ο πατέρας σου και η μητέρα σου να σου τα ειπή. Μα επειδή και εκείνοι δεν ηξεύρουν να σου τα ειπούν, σου λέγω εγώ παραμικρόν, ζήτησε και από λόγου σου να μάθης τα πολλά.
Άκουσε, παιδί μου˙ όταν θέλης να υπανδρευθής, να ζητήσης, πρώτον, γυναίκα να μην είνε από την συγγένειά σου, οπού το εμποδίζει ο νόμος της Εκκλησίας˙ δεύτερον, να έχη τον φόβον του Θεού εις την ψυχήν της˙ και τρίτον, να είνε στολισμένη με την εντροπήν. Επήρες γυναίκα πτωχή, επήρες σκλάβα˙ επήρες γυναίκα πλούσια, έγινες εσύ σκλάβος, επήρες ραβδί της κεφαλής σου. Πρώτον να εξομολογήσθε και να στεφανώνεστε εις την εκκλησίαν.
Και πώς πρέπει να στεφανώνεστε; Να πάρη ο παπάς το νουνό, το γαμβρό και τη νύφη, ένα δύο ανθρώπους, να πάρη μία λειτουργία, να βάλη τα στέφανα, δύο δακτυλίδια και δύο λαμπάδες. Να πηγαίνουν εις την εκκλησίαν. Να βάνη τον άνδρα εις τα δεξιά και την γυναίκα εις τα αριστερά και να πηγαίνη μέσα εις το άγιον Βήμα ο παπάς να ανάψη τας δύο λαμπάδας και να κρεμάση τα στεφάνια εμπρός εις την αγίαν Τράπεζαν και να βάνη τα δύο δακτυλίδια επάνω, το ένα να τηράζη μέσα και το άλλο έξω, διατί φανερώνει πως όταν γυρίζη ο αρραβωνιαστικός και τηράζη την αρραβωνιαστικήν, να γυρίζη το πρόσωπόν της από το άλλο μέρος˙ ομοίως και η αρραβωνιαστική τον γαμβρόν. Και ωσάν τελειώση την Λειτουργίαν, να πάρη ο παπάς δισκέλι, να το βάλη εις την μέση της εκκλησίας και να βάλη απάνω το άγιον Ευαγγέλιον, τα δακτυλίδια και τα στεφάνια, να πάρη το γαμβρό και τη νύφη να τους βάλη αντάμα. Και να πάρη το θυμιατό και τις δύο λαμπάδες αναμμένες, να θυμιάση το γαμβρό σταυροειδώς τρεις φορές.
Το θυμιατό σημαίνει την Δέσποινα, την Θεοτόκον˙ τα κάρβουνα είνε μέσα στο θυμιατό και δεν καίεται˙ έτσι και η Δέσποινα η Θεοτόκος εδέχθηκε τον Χριστόν και δεν εκάηκε, αλλά μάλιστα εφωτίσθηκε. Το θυμίαμα σημαίνει το Πανάγιον Πνεύμα, το κούπωμα του θυμιατού σημαίνει την σκέπην του Αγίου Πνεύματος, οι τρεις αλυσίδες σημαίνουν την Αγίαν Τριάδα, τα κουδουνόπουλα σημαίνουν την διδασκαλίαν των αγίων Αποστόλων. Και έτσι θυμιάζει ο ιερεύς τον γαμβρόν, τον διδάσκει λέγοντάς του: Εγώ ετούτο προσκυνώ και αν θέλης και εσύ και είσαι χριστιανός ορθόδοξος, ετούτο προσκύνα. Και έτσι σκύφτει και προσκυνεί και ο παπάς και ο γαμβρός. Αυτό σημαίνει το θυμιατό.
Και ερωτά ο παπάς τον γαμβρόν: Θέλεις την Μαρίαν δια γυναίκα σου; Ανίσως και ειπή: Την θέλω, του δίδει την λαμπάδα. Ομοίως ρωτά και την νύμφην: Θέλεις εσύ, Μαρία, τον Ιωάννην δια άνδρα; Ανίσως και τον θέλη, δεν ομιλεί, μόνον σκύπτει την κεφαλήν της˙ ει δε και δεν τον θέλει και είνε χωρίς το θέλημά της, φωνάζει: Δεν τον θέλω. Και ωσάν ειπή πώς δεν τον θέλει, ο παπάς να μη βάλη χέρι να τους στεφανώση, διότι κολάζονται. Αν είνε με το θέλημα και των δύο, έ, τότες να τους στεφανώνη. Και έπειτα από το στεφάνωμα να τους μεταλαμβάνη τα Άχραντα Μυστήρια. Και ανίσως έχουν κανένα εμπόδιον, ας τους κοινωνήση το κοινόν ποτήριον. Ύστερα τους παίρνουν ψάλλοντας, και πηγαίνοντας εις το σπίτι κάνει δέησιν ο παπάς, ευλογεί την τράπεζαν και φεύγει.
Και ωσάν περάσουν τρεις ημέρες, ε, τότες να σμίγετε το ανδρόγυνον˙ και να φυλάγεστε τις Κυριακές, εορτές με ευγένειαν, ωσάν χριστιανοί. Δεν έδωσεν ο Θεός την γυναίκα δια πορνείαν, αλλά δια παιδιά. Και να μην κοιμάστε εις ένα στρώμα την Κυριακήν, διότι μας γκρεμνίζει ο διάβολος, και μάλιστα τις εορτές. Και εσύ ο άνδρας να φεύγης την ξένην γυναίκα καθώς φεύγει το φίδι. Και όχι μόνον την ξένην γυναίκα, άλλ’ είνε καιρός να φεύγης και την εδικήν σου. Έτυχεν η γυναίκα σου και έχει συνήθεια ή εγγαστρώθη, πρέπει να φυλάγεσαι, ή εγέννησε και δεν εσαράντισε, δεν εκαθαρίστηκε. Και εάν θέλης να σμίξης με την γυναίκα σου, πάρε παράδειγμα˙ ρώτησε τον γεωργόν να ιδής πόσες φορές σπέρνει το χωράφι τον χρόνον. Μίαν φοράν και το αφήνει ως οπού γίνεται, και τότε το θερίζει και ύστερα πάλιν, ωσάν θέλη, το ματασπέρνει. Ομοίως και εσύ, αδελφέ μου. Έσμιξες με την γυναίκα σου, εγγαστρώθηκε; Αναχώρησε έως οπού να γεννήση, να σαραντίση και καθαρισθή, και τότε σπέρνεις και άλλο. Και κάμε σαράντα, πενήντα παιδιά. Ήθελα να σου ειπώ ένα λόγον, μα είνε αισχρός κομμάτι και θέλετε με κατηγορήσετε. Δεν βλέπετε τα ζώα που σμίγουν έως που να εγγαστρωθή το θηλυκόν και ωσάν γεννήση, έ, τότες ματασμίγουν; Και ημείς οι άνθρωποι δεν τα ντρεπόμαστε να είμαστε χειρότεροι και από τα ζώα. Μά πάλιν δεν ημπορείς να κάμνης αυτό, σου πέφτει βαρύ; Κάμε άλλο ταπεινώσου και είπε πως είσαι ανάξιος, αμαρτωλός και χειρότερος από τα ζώα κατηγόρησε του λόγου σου, και έτσι ημπορεί να σε σπλαγχνισθή ο Θεός να σε σώση. Αμή να κάμης την αμαρτίαν, να καυχάσαι, να λέγης πως είσαι άγιος, γίνεται τούτο να είνε; Ωσάν παιδιά μου πνευματικά σας συμβουλεύω˙ σας το είπα πως εις σε λόγου μου είνε άπρεπον να τα λέγω αυτά, μα τι να κάμω πάλιν; Βλέποντας το γένος μας εις ποίαν κατάστασιν ευρίσκεται, εστενεύτηκα και σας είπα αυτά, δια να ωφεληθήτε τίποτες.
Και να είνε ο άνδρας ωσάν βασιλεύς και η γυναίκα ωσάν βεζίρης, ήτοι ο άνδρας ωσάν κεφαλή και η γυναίκα ωσάν σώμα, τότε ευλογεί ο Θεός τον άνδρα και την γυναίκα και τα παιδιά σας και δεν σας κολλά κανένα κακόν πράγμα, μήτε αμποδέματα, μήτε γητεύματα, μήτε κανένα. Έτσι περνάτε και εδώ καλά και πηγαίνετε και εις τον παράδεισον να χαίρεστε πάντοτε. Και πλέον εξουσίαν δεν έχετε να χωρίζεστε και μόνον ο θάνατος και η πορνεία σας χωρίζει.
Και αν τύχη και ξεπέση η γυναίκα με άλλον άνδρα ή ο άνδρας με άλλην γυναίκα, έχουν χρέος να πηγαίνουν εις τον αρχιερέα να τους χωρίζη. Μα πάλιν εκείνος οπού αδικηθή από την γυναίκα του, και δεν την χωρίση, έχει μισθόν εις την ψυχήν του. Αμή είνε τρόπος η γυναίκα σου να πορνεύση με άλλον και να την συγχωρήσης; Είνε. Και τι τρόπος είνε; Εσύ, παιδί μου, πηγαίνεις εις την ξενιτιά, εις το χωράφιον, η γυναίκα εξέπεσε με άλλον πρόσωπον. Ήλθες εις το σπίτι σου. Τί πρέπει να κάμη η γυναίκα σου; Πρέπει να πάρη ένα τσεκούρι και ένα ξύλο και να σου βάλη μίαν μετάνοιαν και να σου φιλήση το χέρι και να σε ειπή: Πάρε ετούτο το τσεκούρι και το ξύλο και να με κάμης μίαν χάριν˙ βάλε με επάνω να με κάμης λιανά λιανά κομμάτια, ρίξε με να με φάνε οι σκύλοι, διατί δεν είμαι άξια να βλέπω το πρόσωπόν σου, επειδή και εκαταπάτησα την τιμήν σου και από εκεί οπού ήμουν θυγατέρα του Χριστού, έγινα θυγατέρα του διαβόλου. Τί λέγεις, παιδί μου, σε βαστά η καρδιά σου να την σκοτώσης ή να την σχωρέσης; Με φαίνεται πως θα πής: Ας είσαι συγχωρεμένη, μα άλλην φοράν να μη το ματακάμης. Αμή πότε την χωρίζεις; Όταν έλθης από την ξενιτειά και το μάθης από τον γείτονά σου, τότε βιάζεσαι εξ ανάγκης να την χωρίσης. Έτσι και ο Κύριος αύριον εις την Δευτέραν Παρουσίαν, ανίσως και μας εύρη ανεξομολόγητους, αμετανοήτους, αδιορθώτους, βιάζεται να μας βάλη εις την κόλασιν˙ ει δε, όταν μας εύρη μετανοημένους, μας σπλαγχνίζεται και μας βάνει εις τον παράδεισον να χαιρώμαστε πάντοτε.
Γίνεται πάλιν κατηραμένος ο γάμος να πάρης γυναίκα από την συγγένειάν σου, οπού το εμποδίζει ο νόμος, και να βάνης τύμπανα και βιολιά, χορούς και τραγούδια, ντουφέκια, στολίδια και άλλα διαβολικά καμώματα. Τότε γίνεται κατηραμένος ο γάμος, γεννώνται τα παιδιά σας τυφλά, βουβά, κουφά, κακορρίζικα, σεληνιάζονται και τα βλέπετε εσείς οι γονείς και καίεται η καρδιά σας και σας θανατώνει ο Θεός παράκαιρα και σας βάνει εις την κόλασιν. Και να μην τον κάμνετε τον γάμον την Κυριακήν, μόνον όποια ημέρα θέλετε της εβδομάδος. Όχι πως το εμποδίζει ο νόμος, αλλά δια τας αταξίας οπού γίνονται και μάλιστα λείπετε και από την Λειτουργίαν και η Λειτουργία πρέπει να γίνεται ξεχωριστή δια τον γαμβρόν και δια την νύμφην.
Εγεννήθη ο Κύριος, αδελφοί μου, εκείνην την ημέραν, δια να προτιμήση την παρθενίαν. Καθώς εμείς οι άνθρωποι προτιμούμε το μάλαμα από το ασήμι, έτσι και ο Κύριος αγαπά τον γάμον, ναι, μα περισσότερον την παρθενίαν, δια να σου δείξη παράδειγμα και εσένα πως ανίσως και ημπορής να φυλάξης παρθενίαν και θέλης να γίνης καλόγηρος ή η γυναίκα καλογραία, είσαι καλότυχος και τρισμακάριος, είσαι ελεύθερος από ετούτα τα κοσμικά, είσαι ωσάν άγγελος.
Αμή ωσάν θέλης να φυλάξης την παρθενίαν, πρέπει πρώτον θεμέλιον να βάλης την ακτημοσύνην και να μην έχης σακκούλαν, να μην έχης κασσέλα και να τηγανίζης το σώμα σου καθώς τηγανίζεις το ψάρι με νηστείες, προσευχές, αγρυπνίες, με κακοπάθειες, δια να νεκρώνης, να ταπεινώνης την σάρκα, οπού είνε ένας λύκος, ένα γουρούνι, ένα θηρίον, ένα λεοντάρι.
Και να φεύγης τον κόσμον, μα περισσότερον την γυναίκα˙ και όχι πάλιν να μισής την γυναίκα, διατί είνε πλάσμα Θεού, αλλά τα πάθη οπού ακολουθούν οι άνθρωποι. Και αν τύχη και περάσης από ένα σοκάκι και εις το ένα μέρος είνε η γυναίκα και εις το άλλο είνε ο διάβολος, να μην απεράσης εκείθεν οπού είνε η γυναίκα, μόνον από εκεί οπού είνε ο διάβολος, διατί κάνεις τον σταυρόν σου και φεύγει, μα η γυναίκα δεν φεύγει. Και καθώς είνε δύσκολον το αρνί να συναναστρέφεται με τον λύκον και να μην φαγωθή ή τα λιανόξυλα με τα κάρβουνα να μην καγούν, έτσι είνε δύσκολον ο καλόγηρος να συναναστρέφεται με γυναίκες και η καλογριά με άνδρες και να μην μολυνθούν και να σκανδαλισθούν. Με άλλον τρόπον δεν ημπορεί ο καλόγηρος να σωθή παρά μακρυά να φεύγη τον κόσμον, είνε κανένας καλόγηρος εδώ; Φύγε, καλόγηρέ μου, πήγαινε εις την έρημον, εάν θέλης να σωθής.
Μα θέλετε ειπή: Και συ καλόγηρος είσαι διατί συναναστρέφεσαι εις τον κόσμον; Και εγώ, αδελφοί μου, κακά το κάμνω, μα επειδή το γένος μας έπεσεν εις αμάθειαν, είπα: Ας χάση ο Χριστός εμένα, ένα πρόβατον, και ας κερδίση τα άλλα. Ίσως η ευσπλαγχνία του Θεού και η ευχή του σώση και εμένα.
Θέλοντας ο Κύριος να μας δείξη τον τρόπον, πώς να βγάνωμεν εκείνην την κατάραν, οπού έλαβεν ο πατέρας μας ο Αδάμ μέσα εις τον παράδεισον και η μητέρα μας, εβαπτίσθη ο Κύριος μέσα εις τον Ιορδάνην ποταμόν από τον τίμιον Πρόδρομον.
Πρέπει και εμείς οι ευσεβείς χριστιανοί, αδελφοί μου, να χαιρώμαστε και να ευφραινώμαστε χιλιάδες φορές εις τα πολλά καλά οπού μας εχάρισεν ο Κύριος και μάλιστα εις το άγιον Βάπτισμα. Πρέπει και εμείς να φυλάγωμεν το Βάπτισμα καθαρόν και αμόλυντον όσον είνε δυνατόν.
Ει δε και τύχει και σφλώμεν ως άνθρωποι, ας είνε δοξασμένος ο πανάγαθος Θεός, οπού μας εχάρισε και δεύτερον Βάπτισμα, την αγίαν Εξομολόγησιν, διατί αβάπτιστος και ανεξομολόγητος άνθρωπος είνε αδύνατον να σωθή.
Καλύτερα, αδελφοί μου, να θανατώσης εκατόν ανθρώπους βαπτισμένους, παρά να αφήσης ένα παιδίον αβάπτιστον να αποθάνη. Και αν τύχη ανάγκη και θέλη να αποθάνη το παιδίον και δεν επρόφθασεν ο παπάς να το βαπτίση, ας το βαπτίση όποιος τύχη, ο πατέρας, η μητέρα, αδελφός, γείτονας και μάλιστα η μαμμή. Βάλε αρκετό νερό και λάδι, σταύρωσέ το και βάπτισέ το. Ειπέ: Βαπτίζεται ο δούλος του Θεού… εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος. Αμήν. Και αν ζήση, το τελειώνει ο παπάς. Μα έτυχε και δεν έχεις νερό; Πάρε τρεις φούχτες χώμα και χύσε το στο κεφάλι του και ειπέ καθώς και πρώτα. Έτυχε πάλιν και δεν έχεις και χώμα; Βάπτισέ το εις τον αέρα και ειπέ ομοίως. Και μην το κάμνετε καθώς ένας τρελλός και ανόητος άνθρωπος έλεγε πως γίνεται κουμπάρος και άφησε το παιδίον αβάπτιστον και απέθανε, δια να μη χωρισθή από την γυναίκα του. Εις την ανάγκην δεν γίνοντα κουμπάροι και ο άνδρας ωσάν θέλη ματασμίγει με την γυναίκα του, δεν έχουν κανέν εμπόδιον.
Ομοίως πάλιν, αν τύχη ανάγκη και θέλη να αποθάνη και ένας άνθρωπος και δεν επρόφθασεν ο παπάς να τον εξομολογήση, ας εξομολογηθή εις όποιος τύχη και να αποθάνη εξομολογημένος˙ είνε ελπίδα πως ημπορεί να σωθή˙ει δε να μεταλάβη ανεξομολόγητος, δεν ωφελεί τίποτες.
Άγιοι ιερείς, πρέπει να έχετε κολυμβήθρες μεγάλας εις τας εκκλησίας, έως οπού να χώνεται όλον το παιδίον μέσα, να κολυμβά οπού να μην μείνη ίσα με του ψύλλου το μάτι άβρεχο, διατί και εκεί προχωρεί ο διάβολος και δια τούτο τα παιδιά σας σεληνιάζονται, δαιμονίζονται, έχουν φόβο, γίνονται κακορρίζικα, διατί δεν είνε καλά βαπτισμένα.
Όποιος θέλει να κάμη δια την ψυχήν του από την ευγενίαν σας καμμίαν κολυμβήθραν, ας σηκωθή απάνω να του ειπώ πως πρέπει να την κάμη και να βάλω όλους τους χριστιανούς να τον συγχωρήσουν, να λάβη μίαν συγχώρησιν, οπού να έδινε χίλια πουγγιά δεν την εύρισκε. Άκου εσύ, παιδί μου, εσύ που θέλεις να την κάμης την κολυμβήθραν˙ να πης του μαστόρου να την κάμη δύο απιθαμές βαθειά από μέσα και μίαν απιθαμήν κάτω πλατειά και απάνω δύο απιθαμές πλατειά. Να έχη δύο δάκτυλα πάτο απουκάτου δια να στέκη. Να της κάμης δύο χερούλια δια να πιάνεται και ένα καπάκι από πάνω δια να σκεπάζεται. Και να είναι όλα χαλκωματένια, να την γανώσης. Και πες του μαστόρου να γράψη το όνομά σου επάνω δια να μνημονεύεσαι.
Εσείς παιδιά μου, παρακαλείτε να βαπτίζετε παιδιά˙ και δεν είνε καλύτερα να κάμετε κολυμβήθραν, να βαπτίζετε χιλιάδες παιδιά, δια να έχετε περισσότερον μισθόν εις την ψυχήν σας; Και να εξετάζετε όποια εκκλησίαν δεν έχει να κάμετε. Και εις την Πόλιν να φθάσης να στείλης και πανταχού τον ίδιον μισθόν έχεις. Σας παρακαλώ να ειπήτε και δια τον κύρ Ιωάννην, οπού θέλει να φτιάση μια κολυμβήθραν, να ειπήτε τρεις φορές: Ο Θεός συγχωρήσοι και ελεήσοι αυτόν.
Ωσάν εβαπτίσθη ο Κύριος, αδελφοί μου, εις τον Ιορδάνην ποταμόν από τον τίμιον Πρόδρομον, αρχίνισε να διδάσκη τον κόσμον να μετανοούν, να βαπτίζωνται εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος. Θέλοντας ο Κύριος να ξερριζώση κάθε απιστία και κάθε κακία από την καρδίαν των ανθρώπων, δεν εμεταχειρίσθη να δίνη άσπρα και φλωρία και καθώς οι αιρετικοί και μάλιστα ο αντίχριστος˙ άλλ’ αρχίνισε να κάμνη θαύματα καθώς τον έπρεπε ωσάν Θεός, να ιατρεύη τυφλούς και κουφούς και λεπρούς και δαιμονισμένους και, το μεγαλύτερον, να προστάζη τους νεκρούς να ανασταίνωνται. Ανάστησε και τον Λάζαρον, οπού είχε τέσσαρες ημέρας εις τον τάφον έζησε και τριάντα χρόνια ύστερα από την ανάστασιν και έγινε και αρχιερεύς. Και βλέποντας οι άνθρωποι φανερά τον Χριστόν μας να κάμνη θαύματα εκατάλαβαν πως είνε Θεός, διατί μόνος ο Θεός έχει την εξουσία να προστάζη τους νεκρούς και να ανασταίνωνται.
Έπιπταν εκεί άνθρωποι χιλιάδες και επίστευαν και εβαπτίζονταν. Και επίστεψαν και μερικοί Εβραίοι, μα οι μεγαλύτεροι, οι γραμματείς και οι φαρισαίοι, όχι μόνον δεν επίστευσαν, αλλά έβαλαν τον διάβολον εις την καρδιάν τους, καθώς τον έχουν έως την σήμερον, και έβαλαν σκοπόν να σταυρώσουν τον Χριστόν μας.
Την Μεγάλην Πέμπτην το βράδυ, ηξεύροντας ο Κύριος ως καρδιογνώστης Θεός πάντα τα μέλλοντα και μάλιστα την κακίαν των ιερέων και του Ιούδα, επήρε και έπλυνε τα πόδια των αγίων Αποστόλων, δια να σου δείξη παράδειγμα και εσένα, και βασιλεύς να είσαι, πάντοτε να ταπεινώνεσαι και να τιμάς εκείνον τον πτωχόν και να τον έχης καλύτερα από λόγου σου και να μην τον καταφρονάς, διότι αύριον βλέπεις εκείνον τον πτωχόν, τον γυμνόν, τον πεινασμένον, τον καταφρονημένον μέσα εις τον παράδεισον να χαίρεται, και εσύ πηγαίνεις εις την κόλασιν και καίεσαι.
Εκάθησεν ο Κύριος και εδίδαξεν τους αγίους Αποστόλους πολλά και διάφορα νοήματα. Σιμά εις τα πολλά τους διδάσκει και ετούτα και λέγει: Να ηξεύρετε, μαθηταί μου, πώς ένας από σας, ο Ιούδας, θέλει να με πουλήση εις τους Εβραίους δια τρία φλωρία και να με περιγελάσουν οι Εβραίοι, να με υβρίσουν, να με δείρουν, να με σταυρώσουν˙ όμως μη λυπείσθε, μαθηταί μου, διατί εγώ θέλω να σταυρωθώ με το θέλημά μου, δια να σταυρώσω την αμαρτίαν και τον διάβολον, και την τρίτην ημέραν θέλω να αναστηθώ, να δώσω ζωήν των ανθρώπων. Και η ανάστασίς μου θέλει προξενήσει χαρά εις τον ουρανόν, χαρά εις όλον τον κόσμον, φαρμάκι και σπαθί δίστομον εις την καρδίαν των Εβραίων και μάλιστα του διαβόλου.
Θέλοντας ο Κύριος να μας δώση ζωήν την αιώνιον, την ουράνιον τροφήν, επήρε ψωμί και κρασί και το ευλόγησε και έκαμε τα Άχραντα Μυστήρια, το πανάγιον Σώμα και Αίμα του, και εμετάλαβε τους δώδεκα Αποστόλους. Οι ένδεκα Απόστολοι, ευθύς όπου εμετάλαβαν τα Άχραντα Μυστήρια με καλήν γνώμην, με καλήν προαίρεσιν, εφωτίστηκαν, ελαμπρύνθηκαν, έγιναν ως σοφοί διδάσκαλοι του κόσμου και με εκείνην την χαράν ελαλούσανε όλοι τις γλώσσες του κόσμου, και επέρασαν εδώ καλά και επήγαν εις τον παράδεισον να χαίρωνται πάντοτε.
Ο Ιούδας ο κακός, οπού εμετάλαβε τα Άχραντα Μυστήρια με κακήν γνώμην, με κακήν προαίρεσιν, εσκοτίσθη, εμπήκεν ο διάβολος μέσα εις την καρδιά του και επρήσθηκε τόσον, οπού εις ένα σοκάκι, οπού εχωρούσε να περάσουν δύο αμάξια με ευκολία, και εκείνος δεν εχωρούσε. Και απέθανε με κακόν θάνατον και επήγεν εις την κόλασιν και καίγεται μαζί με τον διάβολον πάντοτε.
Ήταν μία χώρα που ελέγετο Ισκαρία, κοντά εις τα Ιεροσόλυμα. Εκεί ήταν ένας Εβραίος με την γυναίκα του. Βλέπει η γυναίκα του εις τον ύπνο της πώς θέλει να γεννήση ένα διάβολο να κάψη όλον τον κόσμο. Το εφανέρωσεν εις τον άνδρα της τι και τι είδε. Τέλος πάντων εγέννησε τον Ιούδα. Τον εφύλαξαν δύο μήνες και ύστερα τον έβαλαν μέσα εις μίαν κασσέλα και τον έρριξαν εις την θάλασσαν και είπαν, αν θέλη ο Θεός, να γλυτώση˙ αλλέως, ας χαθή. Εκεί εις τον λιμένα ήταν κάπιοι περαστικοί και βλέποντας την κασσέλα εις το πέλαγος έκαμαν τρόπο και την έβγαλαν. Την ανοίγουν και ηύραν το παιδίον μέσα και το έβγαλαν και το επήγαν εις την χώραν τους, την Ισκαρίαν, και δεν το είπαν κανενός πώς το ηύραν εις την θάλασσαν, μόνον είπαν πως είνε ορφανό παιδί. Είπαν οι γονείς του: Δεν το παίρνουμε να το κάμωμε παιδί μας; Και έτσι το επήραν και το έθρεψαν. Εις τον χρόνον εγέννησε και άλλο ένα παιδί η μάνα του. Όταν εγένηκαν δώδεκα χρόνων τα παιδία, εκάκισαν αναμέσον τους και ο Ιούδας έδειρε το αληθινόν παιδίον. Λέγουν οι γονείς του Ιούδα: Διατί το έδειρες το παιδί μας; Εσένα σε έχουμε ψυχοπαίδι. Εμείς, παιδί μου, ίσα θα σας αφήσωμεν κληρονόμους να μοιράσετε εις την μέσην. Ακούοντας ο Ιούδας πως ίσα θα πάρη μερτικό με το άλλο παιδί, τί τον παρακίνησε ο διάβολος να κάμη από την φιλαργυρίαν του; Μίαν ημέραν εσήκωσε ένα λιθάρι και εσκότωσε τον αδελφό του. Τί να κάμη ο πατέρας; Να τον σκωτώση; Τον ελυπήθη. Ο Ιούδας, ωσάν εσκότωσε το παιδί, εφοβήθη και έφυγε, και πηγαίνοντας εις τα Ιεροσόλυμα εμπήκεν εις ένα βασιλέα δούλος. Και του έδωσε την εξουσίαν, την σακκούλαν, ο βασιλεύς δια να εξοδιάζη, ήτοι να δίνη και να παίρνη. Διατί εμπήκε εις τον βασιλέα; Από την πολλήν του φιλαργυρίαν που είχε, εστοχάσθη πώς κάτι έχει να καζαντίση. Θέλει να δώση δέκα παράδες να πάρη ψάρια, και αυτός από την φιλαργυρίαν του έδινε τους πέντε. Οι γονείς του, ωσάν δεν είχαν άλλο παιδίον, τι να κάμνουν, επήγαν εις τα Ιεροσόλυμα να προσκυνήσουν την Σιών, όπου έκτισε ο Σολομών. Και ωσάν επήγαιναν εκεί, τους άρεσεν ο τόπος και αγόρασαν ένα περιβόλι και μετ’ εκείνο εζούσανε. Ο Ιούδας επήγαινε και έπαιρνε λάχανα από το περιβόλι. Εδιάβηκε καιρός και μίαν ημέραν από τις πολλές λέγει ο περιβολάρης: Διατί μου κρατείς το δίκαιόν μου; Τα λάχανα, οπού έχεις παρμένα, κάνουν δέκα γρόσια, και εσύ, μου δίνεις τα πέντε˙ θέλω να το ειπώ του βασιλέως πως με αδικείς. Ακούοντας ο Ιούδας πως θέλει να τόνε μαρτυρήση εις τον βασιλέα, έβγαλε ένα μαχαίρι και τον έσφαξε. Φωνάζει η γυναίκα: Πώς να κάμω, λέγει, βασιλεύ; Ο δούλος σου εσκότωσε τον άνδρα μου. Της λέγει ο βασιλεύς: Πάρε τον Ιούδα δια άνδρα σου να σε θρέψη. Τί να κάνη η στενεμένη, τον επήρε για άνδρα. Μίαν ημέραν εσυνομιλούσαν εκεί πούθε είνε ο ένας και ο άλλος. Και ερωτώντας και εξετάζοντας εγνωρίσθηκαν πως είναι μάνα και υιός. Τότε λέγουν: Αλλοίμονο εις εμάς. Τον καιρόν εκείνον επεριπάταγε ο Χριστός μας και εδίδασκε. Ακούοντας ο Ιούδας και η μητέρα, η γυναίκα του, πως κάμνει θαύματα και δεν παίρνει άσπρα, είπεν ο Ιούδας: Τώρα είνε καιρός να πάγω να καζαντίσω. Επήγανε εις τον Χριστόν και εξωμολογηθήκανε. Και τους εσυγχώρησε. Τους είπε να υπάγουν οπίσω. Ο Ιούδας απόμεινε και έγινεν Απόστολος. Ο Χριστός μας ευθύς τον εκατάλαβε πως είνε φιλάργυρος και του έδωσε την σακκούλαν να εξοδιάζη, αυτός από την φιλαργυρίαν του επούλησε τον Χριστόν μας δια τριάκοντα αργύρια εις τους Εβραίους και επήγεν εις την κόλασιν και καίεται μαζί με τον διάβολον πάντοτε.
Ακούετε, αδελφοί μου, τι κακόν πράγμα είνε η φιλαργυρία; Έτσι το έκαμε και ένας παπάς εις μίαν χώραν˙ επούλαγε τον Χριστόν από την φιλαργυρίαν του, δια να παίρνη άσπρα. Και του έκοψεν ο Θεός την ζωήν του με κακόν θάνατον, ωσάν τον Ιούδα, και επήγεν εις την κόλασιν να καίγεται με τον διάβολον. Εκαταλάβατε, αδελφοί μου, το νόημα, όποιος έχει το πάθος της φιλαργυρίας τί παθαίνει; Παθαίνει καθώς έπαθε και ο Ιούδας.
Φθάνουν αυτά οπού σας είπα, χριστιανοί μου. Έχω και δύο λογισμούς καθώς και εψές. Ο ένας λογισμός με λέγει καθώς και εψές να σας ευχηθώ και να ευχηθήτε, να πηγαίνω εις άλλο μέρος, να ακούσουν και άλλοι χριστιανοί, οπού δεν άκουσαν ποτέ λόγον του Θεού. Ο άλλος λογισμός με λέγει: Μίαν φοράν οπού ήλθες έως εδώ, μη πηγαίνης˙ κάθησε και το βράδυ να τους ειπής και τα επίλοιπα: τότε εύχεσαι τους χριστιανούς, σε εύχονται και εκείνοι και τότε πηγαίνεις. Τώρα τι σας φαίνεται εύλογον, αδελφοί μου, να κάμω, να πηγαίνω ή να καθήσω; – Να καθήσης, άγιε του Θεού. – Καλά, παιδιά μου, ας είνε˙ δια την αγάπην του Χριστού μας και δια την αγάπην σας κάθομαι, μόνον να συμμαζωχθήτε εις τις οχτώ ώρες, να διαβάσωμεν τον Εσπερινόν μας, να ειπούμε και μίαν Παράκλησιν, να βάλωμεν την Δέσποινά μας την Θεοτόκον μεσίτρια, να μεσιτεύση εις τον Χριστόν, επειδή και ο Υιός της είνε ωργισμένος κατά πάνου μας από τις πολλές μας αμαρτίες και θέλει να μας καταποντίση. Τί καρτερούμε, αδελφοί μου; Σήμερον αύριον το τέλος του κόσμου δια τούτο φροντίζετε να διορθωθήτε.
Τούτο σας λέγω πάλιν τώρα εις το τέλος˙ να χαίρεστε και να ευφραίνεστε, πώς αξιωθήκατε και είσθε ευσεβείς ορθόδοξοι χριστιανοί. Ομοίως πάλιν να κλαίγετε και να θρηνήτε δια τους ασεβείς και απίστους και αιρετικούς οπού περιπατούνε εις το σκότος, εις τας χείρας του διαβόλου. Προσέχετε, αδελφοί μου, να μην υπερηφανεύεστε, να μην φονεύετε, να μην κλέπτετε, να μην κάμνετε όρκους, να μην λέγετε ψεύματα, να μην κατατρέχετε ο ένας τον άλλον, να μην συκοφαντήτε, να μην στολίζετε ετούτο το σώμα το βρώμικο, οπού αύριον θα το φάνε τα σκουλήκια, αλλά να στολίζετε την ψυχήν σας, οπού είνε τιμιωτέρα από όλον τον κόσμον. Νηστεύετε το κατά δύναμιν, προσεύχεστε το κατά δύναμιν, κάμνετε ελεημοσύνην το κατά δύναμιν και να έχετε τον θάνατον πάντοτε εμπρός εις τα μάτια σας. Και έτερος καλύτερος διδάσκαλος δεν είνε άλλος από τον θάνατον.
Δεν είμαι άξιος, αδελφοί μου, να σας διδάσκω και να σας συμβουλεύω˙ πλην αποτολμώ και παρακαλώ τον γλυκύτατόν μου Ιησούν Χριστόν και Θεόν να στείλη ουρανόθεν την χάριν και την ευλογίαν του, να ευλογήση και αυτήν την χώραν και όλα τα χωρία των χριστιανών, να ευλογήση τα σπίτια σας και τα πράγματά σας και τα έργα των χειρών σας. Και πρώτον, αδελφοί μου, άμποτε να ευσπλαχνισθή ο Κύριος, να συγχωρήση τα αμαρτήματά σας και να σας αξιώση να περάσετε και εδώ καλά, ειρηνικά, ηγαπημένα και εις αυτήν την ματαίαν ζωήν, και μετά ταύτα να πηγαίνετε εις τον παράδεισον, εις την πατρίδα μας την αληθινήν, να χαίρεσθε και να ευφραίνεσθε, να δοξάζετε, να προσκυνήτε Πατέρα, Υιόν και Άγιον Πνεύμα, Τριάδα ομοούσιον και αχώριστον.
Ανίσως και είνε κανένας από λόγου σας να αφήση τα γένεια του, ας σηκωθή απάνω να μου το ειπή, να τον φιλεύσω ένα χτένι και να βάνω και όλους τους χριστιανούς να τον συγχωρήσουν, να γίνωμε και αδελφοί.
Όποια γυναίκα θέλει να κάμη φερετζέ, δια να σκεπάζεται όταν πηγαίνη εις την εκκλησίαν ας μου το ειπή, να βάλω όλους τους χριστιανούς να την συγχωρέσουνε και να παρακαλώ τον Θεόν εις όσον καιρόν και αν ζήση δια την ψυχήν της και δια τα παιδιά της.
Όποιος χριστιανός, άνδρας ή γυναίκα, υπόσχεται μέσα εις το σπίτι του να μην κουβεντιάζη αρβανίτικα, ας σηκωθή απάνω να μου το ειπή και εγώ να πάρω όλα του τα αμαρτήματα εις τον λαιμόν, από τον καιρόν οπού εγεννήθη έως τώρα, και να βάλω και όλους τους χριστιανούς να τον συγχωρήσουν και να λάβη μίαν συγχώρησιν, οπού αν έδινε χιλιάδες πουγγιά, δεν την εματάβρισκε.
Σας παρακαλώ, χριστιανοί μου, να ειπήτε και δια εμένα τον αμαρτωλόν τρεις φορές: Ο Θεός συγχωρήσοι και ελεήσοι αυτόν. Συγχωρείτε με και εμένα τον αμαρτωλόν και ο Θεός συγχωρή-σοι.
ΔΙΔΑΧΗ Η’ *8
Ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός, ο γλυκύτατος αυθέντης και Δεσπότης, ο ποιητής των Αγγέλων και πάσης νοητής και αισθητής κτίσεως, βλέποντας το γένος των ανθρώπων, οπού δεν τον εγνώριζαν, να τον πιστεύσουν, οπού αυτός είνε και εις τον ουρανόν και εις την γην και εις όλα τα ποιήματα αυθέντης και κυβερνήτης, και χωρίς το θέλημα του Χριστού μας ουδέ ένα δύναται να στερεωθή, και βλέποντας τους ανθρώπους, οπού τους επλανούσε ο μισόκαλος διάβολος και τους είχεν όλους εις το ιδικόν του θέλημα και τους έκαμεν όλους εδικούς του και φαμελίτες του, και ηθέλησεν ο πανάγαθος Θεός να εντροπιάση τον διάβολον και να ξεσκλαβώση τον άνθρωπον από τον διάβολον, να έχη μεγάλην χάριν ο άνθρωπος από την ευσπλαγχνίαν του, από την πολλήν του αγάπην οπού έχει εις το γένος μας σιμά εις τα πολλά και άπειρα χαρίσματα οπού μας εχάρισεν, εκαταδέχθη και έγινεν τέλειος άνθρωπος εκ Πνεύματος Αγίου από τα καθαρώτατα αίματα της Δεσποίνης ημών Θεοτόκου και αειπαρθένου Μαρίας. Δια τούτο εσαρκώθη και έγινεν τέλειος άνθρωπος, να τον ιδούμεν και να τον μάθωμεν, ότι απ’ αυτόν άλλος δεν είνε, και να πιστεύσωμεν, δια να μας ελευθε-ρώση από τας μισαράς χείρας του διαβόλου και να μας κάμη υιούς και κληρονόμους της βασιλείας του, να χαιρώμαστε και να ευφραινώμαστε μαζί με τους Αγίους Αγγέλους εις τον παράδεισον πάντοτε και να μη καιγώμαστε εις την κατηραμένην κόλασιν μαζί με τους κατηραμένους δαίμονας.
Και να ηξεύρετε, παιδιά μου ετούτην την γην, οπού κατοικούμε, την έχει ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός. Καθώς έχει ένας βασιλεύς και μαζώνει όλα τα βασιλικά χρέη και παίρνει από χωράφια, από αμπέλια και από τους ανθρώπους, και στέλνει ανθρώπους ιδικούς του και τα μαζώνουν κάθε χρόνον, και όταν τα πηγαίνουν εκείνοι έμπροσθεν εις τον βασιλέα χαίρεται ο βασιλεύς και τους δίδει μεγάλα χαρίσματα και τους έχει φίλους ηγαπημένους, έτσι έχει και ο Χριστός την γην ωσάν αμπέλι, όλον τον κόσμον.
Και έβαλεν εργάτας τους δώδεκα Αποστόλους, τους ευλόγησε και τους έδωκε την χάριν του Αγίου Πνεύματος και ευθύς έμαθον τα γράμματα και όλες τις γλώσσες, ότι πρώτον οι Απόστολοι ήσαν αγράμματοι και μίαν γλώσσαν μόνον ήξευραν˙ και αφού τους ηυλόγησε και τους εφύσησεν εις το στόμα τους και έλαβον χάριν, όλα τα γράμματα και τις γλώσσες τις έμαθον. Και τους έστειλεν ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός, ο αληθινός Θεός, εις όλον τον κόσμον και τους είπε: Σύρτε εις όλον τον τόπον και εις όλην την γην, κάστρα και χωρία, και ειπέτε τους, αν ίσως θέλουν να ζήσουν και εδώ καλά και ειρηνικά και να τους βάλω εις τον παράδεισον, να πιστεύουν και να βαπτίζωνται εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος και να φυλάγουν τα προστάγματα του αγίου Ευαγγελίου. Και εις οποίαν χώραν επήγαιναν οι Απόστολοι, είπεν ο Κύριος να ευλογούν την χώραν εκείνην. Και εις οποίαν χώραν πηγαίνουν οι Απόστολοι και δεν τους δέχονται οι άνθρωποι, είπεν ο Κύριος: Να τινάζετε και τα παπούτσια σας από τον κονιορτόν, και να δώσητε κατάραν και να φύγετε.
Και ωσάν έλαβον οι Απόστολοι την χάριν και την ευλογίαν του Αγίου Πνεύματος, ευθύς έτρεξαν ωσάν αστραπή εις όλον τον κόσμον, και μετ’ εκείνην την χάριν του Αγίου Πνεύματος, ιάτρευον τυφλούς, λεπρούς, αρρώστους και τους δαιμονιζομένους˙ και, το μεγαλύτερον, με το όνομα του Χριστού μας επρόσταζαν τους νεκρούς και ανεσταίνονταν. Και εις όποιαν χώραν επήγαιναν οι Απόστολοι και τους εδέχονταν οι άνθρωποι, αρχιερείς, ιερείς, διακόνους, αναγνώστας έκαμναν και εκκλησίας και ευλογούνταν η χώρα εκείνη, και εγίνονταν ένας επίγειος παράδεισος, μία μεγάλη χαρά και ευφροσύνη, κατοικία των Αγγέλων, κατοικία του Χριστού μας. Και εις όποιαν χώραν επήγαιναν οι Απόστολοι και δεν τους εδέχονταν οι άνθρωποι, δεν ευλογούνταν η χώρα εκείνη˙ έμενε κατάρα και όχι ευλογία, κατοικία του διαβόλου και όχι του Χριστού μας.
Πρέπον και εύλογον ήτον, αδελφοί μου, να είχα και εγώ την καρδίαν καθαρήν, ωσάν τους αγίους Αποστόλους, δια να φωνάξω μίαν μεγάλην φωνήν, να ακουσθή έως απάνω εις τον ουρανόν. Ιδού οπού αξιώθηκα και ήλθα εις την ευλογημένην σας χώραν και σας απόλαυσα. Μα επειδή και είμαι αμαρτωλός, και δεν έχω την χάριν του Αγίου Πνεύματος, όμως αποτολμώ και παρακαλώ τον Κύριόν μας Ιησούν Χριστόν, να στείλη ουρανόθεν την χάριν του και την ευλογίαν του, να ευλογήση την χώραν σας και όλα των χριστιανών, να ευλογήση τους άνδρας και γυναίκας και τα παιδιά σας, τα πράγματά σας και τα έργα των χειρών σας. Και πρώτον, αδελφοί μου, να ευσπλαγχνισθή ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός, να συγχωρέση τα αμαρτήματά σας και να σας αξιώση, παιδιά μου, ο Θεός να περάσετε και εδώ καλά και ειρηνικά, και να σας βάλη εις τον παράδεισον να δοξάζητε την Αγίαν Τριάδα. Πρέπον και εύλογον είνε, αδελφοί μου, να αρχίσω την διδασκαλίαν μου από τον Θεόν˙ και παρακαλώ την αυθεντία σας να ακούσητε με κάθε προθυμίαν τον λόγον μου, καθώς τον άκουσα και εγώ από το ιερόν Ευαγγέλιον και από τους αγίους Αποστόλους, και όταν τελειώσωμεν, να ευχαριστήσωμεν τον Θεόν.
Πολλά ονόματα έχει ο Θεός, αδελφοί μου. Το κύριον και άγιον όνομα του Θεού μας είνε η αγάπη˙ και λέγεται Τριάς, Πατήρ, Υιός και Άγιον Πνεύμα, μία φύσις, μία δόξα, μία βασιλεία, ένας Θεός.35 Όμως πρέπει, αδελφοί μου, να αγαπώμεν τον Θεόν, διατί μας έδωσε τόσην μεγάλην γην, να κατοικούμεν εδώ τόσες χιλιάδες άνθρωποι, χορτάρια, βρύσες, ποταμούς, θάλασσαν, ψάρια, αέρα, ημέραν, νύκτα, φωτιάν, ουρανόν, άστρα, ήλιον, φεγγάρι. Και ημάς μας έκαμε ανθρώπους και όχι ζώα˙ μας έκαμεν ευσεβείς χριστιανούς και όχι αιρετικούς.
Τώρα σας ερωτώ, παιδιά μου, να μου ειπήτε την πάσαν αλήθειαν˙ ποίον αγαπάτε, τον Θεόν ή τον διάβολον; Εσείς τώρα με τον νουν σας τον Θεόν αγαπάτε˙ πολλά καλά το γνωρίζετε και το θέλετε, παιδιά μου, φρονιμώτατα και γνωστικά είσθε, και να έχω την ευχήν σας. Μόνον να ιδούμεν αυτήν την αγάπην εις τον Θεόν˙ είνε σωστή, είνε τελειωμένη ή της λείπεται και άλλο τίποτας. Πόθεν να καταλάβωμεν; Από λόγου μας. εσύ έχεις ένα παιδί, αδελφέ. Εγώ εσένα σε αγαπώ, σε εκτιμώ, σε λέγω καλόν δια λόγου σου, και το παιδί σου το δέρνω, το καταφρονώ, λέγω κακό δια λόγου του και παίρνω το ψωμί του και το τρώγω, και το ρούχο του το παίρνω και το φορώ. Αυτή η αγάπη μοι φαίνεται να λέγεται όχι έτσι. Να αγαπώμεν τον πατέρα, πρέπει να αγαπώμεν και το παιδί. Διατί όποιος αγαπά τον Θεόν, αγαπά και τον αδελφό του, τον χριστιανό, διατί ένα πατέρα έχομεν, τον Θεόν, μίαν πίστιν, ένα βάπτισμα, τα Άχραντα Μυστήρια μεταλαμβάνομεν, μίαν κεφαλήν έχομεν, τον Χριστόν μας, μίαν πίστιν, ένα νόμον, ένα προσκύνημα και είμαστε αδελφοί όλοι.
Ακόμη να ηξεύρητε, αδελφοί μου, η αγάπη έχει δύο ιδιώματα,δύο χαρίσματα˙ το ένα να δυνα-μώνη τον άνθρωπον εις τα καλά, και το άλλο να τον αδυνατίζη εις τα κακά. Να ηξεύρετε, τέκνα μου, πως εγώ έχω ένα ψωμί να το φάγω και να πίνω καλά˙ εσείς δεν έχετε. Η αγάπη με λέγει: Μη το τρώ-γης μοναχός, δώσε και τους αδελφούς σου και φάγε και συ το άλλο. Έχω φορέματα. Η αγάπη με λέ-γει: Δώσε το ένα τον αδελφό σου και εσύ φόρει το άλλο. Ανοίγω το στόμα μου να σε κατηγορήσω, να σε ειπώ ψεύματα, να σε γελάσω, και ευθύς θυμούμαι την αγάπην και μου νεκρώνει το στόμα και δεν με αφίνει να σου ειπώ ψεύματα. Απλώνω τα χέρια μου να πάρω το πράγμα σου, τα άσπρα σου, τον βίον σου όλον. Η αγάπη δεν με αφίνει να σου το πάρω. Ιδέτε, αδελφοί μυ, τι χαρίσματα έχει η αγάπη.
Διατί, παιδιά μου, να μη ηξεύρετε γράμματα, να μάθετε ποίον είνε το καλόν και ποίον είνε το κακόν, τι χαρίσματα έχει η αγάπη και τι κακόν είνε η αμάχη και η έχθρα; Να ηξεύρετε, παιδιά μου, εις όποιαν πολιτείαν ή τόπον ή χώραν ή σπίτι είνε η αγάπη, εκεί είνε η χάρις του Χριστού μας, είνε ευλογία, υγεία, χαρά και ευφροσύνη και όλα τα αγαθά της γης. Και ζουν οι άνθρωποι, ζουν τα παιδία των, τα ζώα των, γίνονται οι καρποί των σιταρίων, των αμπελίων και κάθε σπαρτών οπού τρέφονται οι άνθρωποι, και τους φυλάγει ο Χριστός μας από κάθε κίνδυνον, και σωματικά και ψυχικά, και όταν αποθάνη κανείς, πηγαίνει η ψυχή του εις τον παράδεισον. Και εις όποιον τόπον ή χώρα ή σπίτι έχουν αμάχην και έχθραν, δεν προκόβουν οι άνθρωποι, δεν ζουν ούτε παιδιά αποκτούν ούτε τα ζώα τους μήτε οι καρποί από τα σπέρματά τους γίνονται και εις βαρύτατα χρέη εμβαίνουσι και καμμίαν χάριν δεν έχουν και όλοι οι άνθρωποι τους γελούν και όλα τα περίχωρα, και τους στέλλει ο Θεός ή άνεμον καυτόν ή χαλάζια ή νερό αχαμνόν και ζημιώνει τον τόπον εκείνον. Ιδέτε, αδελφοί μου, τι κακόν πράγμα είνε η έχθρα, πόσα παιδιά γεννά. Μόνον σας παρακαλώ να μην έχετε τελείως έχθραν, ότι ο διάβολος την έχει μάναν την έχθραν˙ την αμάχην την έχει αδελφήν και όποιος τις αγαπήση, θέλει περάσει και εδώ κακά και καταφρονημένα, και η ψυχή του θέλει κολασθή.
Διατί, άγιοι ιερείς και τίμιοι προεστώτες, δεν ερμηνεύετε τα ευλογημένα μας αδέλφια να στερεώνωσι και να βάνωσιν εις κάθε χωρίον σχολείον, να μανθάνουν τα παιδιά γράμματα, να γνωρίζουν το καλόν και το κακόν; Ότι και εγώ από το σχολείον έμαθα τα εικοσιτέσσαρα γράμματα, με την βοήθειαν του Χριστού μας.
Έμαθα και πέντε – έξ Ελληνικά και έμαθα πολλών λογιών γράμματα, εβραϊκά, τουρκικά, φράγκικα και από όλα τα έθνη, με την χάριν του Χριστού μας, και πολλά τα εδιάβασα. Και όλα τα εθνικά κάλπικα τα ηύρα όλα ευρέματα και σπέρματα του διαβόλου, και κατά αλήθειαν, αδελφοί μου, τόσον τα εμελέτησα τα γράμματα. Καθώς ο χρυσικός λαγαρίζει το ασήμι και δεν το αφήνει τελείως αζούραν, και τότε είνε λαμπρόν και καθαρόν και το αγοράζει με κάθε προθυμίαν ο άνθρωπος, έτζι και εγώ ηύρα καθαρά, άγια και αληθινά, λαμπρά και υπερλαμπρότερα από τον ήλιον τα λόγια και τα προστάγματα του Χριστού. Και όποιος πιστεύει τον Χριστόν και τον λέγει Θεόν και κάμνει τα πράγματά του, οπού λέγει το άγιον Ευαγγέλιον, εκείνος είνε καλότυχος και τρισμακάριστος και καμμίαν φοράν δεν θέλει εντροπιασθή.
Και δια τούτο πρέπει να στερεώνετε σχολεία Ελληνικά, να φωτίζωνται οι άνθρωποι διότι διαβάζοντας τα ελληνικά τα ηύρα οπού λαμπρύνουν και φωτίζουν τον νουν του μαθητού ανθρώπου. Καθώς φωτίζει ο ήλιος την γην, όταν είνε ξαστεριά, και βλέπουν τα μάτια μακρυά, έτζι βλέπει και ο νους τα μέλλοντα˙ απεικάζουν όλα τα καλά και τα κακά, φυλάγονται από κάθε λογής κακόν και αμαρτίαν˙ διατί το σχολείον ανοίγει την εκκλησίαν, μανθάνομεν τι είνε ο Θεός, τι είνε η αγία Τριάς, τι είνε ο άγγελος, τι είνε αρετή, τι είνε οι δαίμονες, τι είνε η κόλασις. Τα πάντα από το σχολείον τα μανθάνομεν.
Το σχολείον φωτίζει τους ανθρώπους και ανοίγουν και μανθάνουν τα μυστήρια της πίστεως και διαβάζουν τα αδέλφια την θείαν και Ιεράν Γραφήν, το Ευαγγέλιον, και ευρίσκομεν πως ο προφήτης Ηλίας είνε ζωντανός και τον έχει ο Θεός χιλιάδες χρόνους˙ και λέγει ο Θεός να στείλη τον προφήτην Ηλίαν να διδάξη όλον τον κόσμον και ύστερα να έλθη ο αντιχριστος και θέλει θανατώσει τον προφήτην Ηλίαν, και τότε θέλει να χαλάση όλος ο κόσμος, και εξετάζοντας, αδελφοί μου, και ερευνώντας τας γραφάς και το Άγιον Ευαγγέλιον ευρίσκομεν πως ο προφήτης Ηλίας ήλθεν, και ο αντίχριστος ήλθεν και εθανάτωσε τον προφήτην Ηλίαν και τώρα δεν καρτερούμεν μήτε προφήτην Ηλίαν, μήτε αντίχριστον. Ο αντίχριστος είνε: ο ένας είνε ο Πάπας και ο έτερος είνε αυτός οπού είνε εις το κεφάλι μας, χωρίς να ειπώ το όνομά του το καταλαμβάνετε, μα λυπηρόν είνε να σας το ειπώ, διότι αυτοί οι χριστιανοί είνε εις την απώλειαν, καθώς το έχουν.36
Ημείς εγκράτεια, αυτοί απώλεια˙ ημείς νηστεία, αυτοί πολυφαγία˙ ημείς παρθενία, αυτοί πορνεία˙ ημείς δικαιοσύνη, αυτοί αδικουσύνη.
Όμως η Γραφή μας λέγει να το ειπώ: Σήμερον, αύριον καρτερούμεν, πείνες, δίψες, πανούκλες λοιμικές˙ θανατικά μεγάλα, να μη προφθάσουν οι ζωντανοί να θάψουν τους νεκρούς. Σήμερον, αύ-ριον καρτερούμεν σεισμούς, πολέμους και ακαταστασίες. Και θέλουν πέσει όλα τα βουνά κάτω και όλος ο κόσμος να αποθάνουν.
Και τότε θέλει λάμψει ο πανάγιος Σταυρός εις τον ουρανόν τρεις φορές περισσότερον από τον ήλιον˙ και θέλει λάμψει ο πανάγαθος Θεός, ο γλυκύτατος Ιησούς Χριστός, χίλια μεράδια λαμπρό-τερος από τον ήλιον, και να αναστήση όλον τον κόσμον, τις ψυχές και τα σώματα, και να είμαστε όλοι εις μίαν ηλικίαν, τριαντατριών χρόνων ηλικίαν. Και θέλει είνε όλα τα πρόσωπα από τους δικαίους λαμπρά και εύμορφα ωσάν τον ήλιον και τους Αγγέλους, και οι αμαρτωλοί θέλουν είνε μαύρα τα πρόσωπα ωσάν αράπικα και ακόμα ασχημότερα. Και τους δικαίους θέλει τους φωνάξει με μίαν μεγάλην γλυκείαν και πολλά ηγαπημένην φωνήν, ωσάν πατέρας, οπού να έχη ένα υιόν μόνον πολλά ηγαπημένον˙ και τους αμαρτωλούς ωσάν κριτής φοβερός με κάκητα θέλει τους διώξει από το πρόσωπόν του. Και θέλει ανοίξει ο Κύριος έναν πύρινον ποταμόν ωσάν θάλασσαν, να φλογίση τους ασεβείς και αμαρτωλούς και να καίγωνται μέσα πάντοτε. Και τότε θέλει ειπή τους ευσεβείς χριστιανούς, τους δικαίους: Ελάτε, παιδιά μου, να σεβήτε εις τον παράδεισον, να χαίρεσθε και να ευφραίνεσθε αντάμα με τους αγγέλους, ότι πολλά κακά βαστάξατε δια την ιδικήν μου αγάπην.
Και τώρα ημείς τι να είμαστε τάχα, αμαρτωλοί ή δίκαιοι ει μεν και είμαστε δίκαιοι, καλότυχοι και τρισμακάριοι˙ και ανίσως είμαστε αμαρτωλοί, πρέπει τώρα, οπού έχομεν καιρόν, να μετανοήσωμεν, να διορθωθώμεν.
Τώρα σας λέγω να κάμητε τούτο˙ να πάρετε όλοι από ένα κομπολόγιον, και το κομπολόγιόν σας να έχη τριαντατρία σπυρία, και να προσεύχεσθε˙ να λέγητε το: «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ και Λόγε του Θεού του ζώντος, δια της Θεοτόκου και πάντων σου των Αγίων ελέησόν με τον αμαρτωλόν και ανάξιον δούλόν σου». Μέσα εις το «Κύριε Ιησού Χριστέ», αδελφοί μου, τί θεωρεί; Θεωρεί η Αγία Τριάς, ο Θεός μας, η ένσαρκος οικονομία του Χριστού μας. Και πάντες οι Άγιοι με τον Σταυρόν και με το «Κύριε Ιησού Χριστέ» επήγαν εις τον παράδεισον. Και όποιος λέγει αυτόν τον λόγον και κάμνει και τον Σταυρόν του, καν άνδρας, καν γυναίκα, ευλογεί τον ουρανόν, την γην, την θάλασσαν. Με τον Σταυρόν και με το «Κύριε Ιησού Χριστέ» ιατρεύονται κάθε αρρωστείες. Με τον Σταυρόν και με το «Κύριε Ιησού Χριστέ» οι Απόστολοι αναστούσαν νεκρούς και ιάτρευαν πάσαν ασθένειαν. Με τον Σταυρόν και με το «Κύριε Ιησού Χριστέ» αποστομώνει ο άνθρωπος κάθε αιρετικόν. Με τον Σταυρόν και με το «Κύριε Ιησού Χριστέ» αγιάζει ο άνθρωπος και πηγαίνει εις τον παράδεισον, να χαίρεται και να ευφραίνεται ωσάν οι άγγελοι.
Και ακούσατε τι κάμνει ο τίμιος Σταυρός. Εις την Αίγυπτον ήτον ένας βασιλεύς κ.λ.π…. Βλέπετε, αδελφοί μου, ο τίμιος και άγιος Σταυρός πόσον βοηθά τον άνθρωπον. Και όποιος τον κάμνει τον Σταυρόν, ποτέ δεν έχει ζημίαν, αλλά τον φυλάγει από κάθε λογής φαρμακερόν πράγμα, και από κάθε δαιμονικήν πείραξιν. Και ο άνθρωπος τον έχει σημαδεμένον απάνω του. Να ανταμώση τα τρία δάκτυλα της δεξιάς χειρός του και αν τα βάλη πρώτον εις το μέτωπον, είτα εις τον ομφαλόν, έπειτα εις το δεξιόν βυζίον, ύστερα εις το ζερβί βυζίον, και να σκύπτη έως χαμηλά και πάλιν να σηκώνεται.
Και ο Σταυρός, αδελφοί μου, πώς είνε, μάθετε: Όταν βάνωμεν το χέρι μας εις το κεφάλι, φανερώνει ο Θεός, οπού ήτον εις τον ουρανόν˙ και όταν το βάλωμεν εις τον ομφαλόν, φανερώνει πως εκατέβη εις την γην και εσαρκώθη˙ και όταν το βάνωμεν εις το δεξιόν μέρος άνωθεν του βυζίου, φανερώνει πώς είνε δίκαιος και αθάνατος και πως θέλει βάλει τους δικαίους εις τα δεξιά του μέρη˙ και όταν το βάλωμεν εις το ζερβιόν μέρος, φανερώνει πως θέλει κρίνει όλα τα έθνη και θέλουν στέκονται εις το ζερβιόν του μέρος και να τους βάλη εις την κόλασιν.
Ο τίμιος Σταυρός, αδελφοί μου, είνε αύλαξ όλης της γης. Ο τίμιος Σταυρός αγιάζει όλα τα πέρατα, όλα τα θεία και άγια των εκκλησιών. Ο Σταυρός αγιάζει την θείαν Λειτουργίαν και κάθε Ακολουθίαν. Ο Σταυρός αγιάζει τους Αγίους. Ο Σταυρός αγιάζει και στερεώνει την βάπτισιν. Ο Σταυρός ευλογεί τα ανδρόγυνα. Ο Σταυρός κυνηγά τους δαίμονας και φεύγουσιν ωσάν από την αστραπήν. Ο Σταυρός είνε όπλον φωτεινόν και όποιος τον κάμνει, τον φωτίζει και τον αγιάζει εκείνον τον άνθρωπον, και είνε ωσάν δίστομον σπαθίον, και δεν ζυγώνουν σιμά οι δαίμονες να παρακινούν τους ανθρώπους δια να κάμωσιν αμαρτήματα. Και όπου κινήση να πηγαίνη ο άνθρωπος, πρώτον να κάμη τον Σταυρόν και να λέγη το «Κύριε Ιησού Χριστέ». Ή εις το παζάρι κινάς ή εις το χωράφι ή εις το αμπέλι ή όταν φάγης ψωμί ή όταν πίνης κρασί ή νερόν ή οπωρικόν ή όταν κοιμηθής, να προσκυνήσης τον Θεόν, να σταυρώνης και το σώμα σου, και ύστερον να πλαγιάσης. Να κοιμηθής, και θέλεις σηκωθή το πρωί γερός και χαρούμενος. Όθεν, αδελφοί μου, εκαταλάβετε και το ηξεύρετε όλοι σας.
Εδώ, παιδία μου, οπού ήλθα εις την ευλογημένην σας χώραν, έχω χαράν, έχω και λύπην. Έρχονται οι χριστιανοί κατά μόνας ο καθένας να ειπή το παράπονόν του, και δεν δύναται ένας δούλος να δουλεύη δύο αφεντάδες, και τους διώχνω και η καρδιά μου κόπτεται˙ ωσάν ένας άνθρωπος οπού έχει ένα παιδί μόνον και έχει γνώσιν και φρονιμάδαν και είνε άρρωστον και δεν το δέχεται η στρώσις, άλλ’ όμως κρούγεται δια να ξεψυχήση, και δεν δύναται να ομιλήση, έτζι και εγώ, αδελφοί μου, δεν δύναμαι να σας εξομολογήσω όλους από έναν έναν. Όμως να σας εξομολογήσω παρρησία˙ να πάρετε τέσσαρες τρίχας από το κεφάλι μου, και εγώ να πάρω τα αμαρτήματά σας˙ και εσείς να εξηγήσετε τα τέσσαρα νοήματα οπού σας λέγω και να μάθετε. Και να σας τα ειπώ πρώτον, να εύρητε πνευματικόν πρακτικόν και καλόν, να εξομολογηθήτε, να πλυθή η βρώμα και τα αμαρτήματα από το σώμα σας˙ δεύτερον, να έχητε αγάπην και να μη προδίνεσθε εις κρίσεις των Αγαρηνών και ζημιώνεσθε˙ τρίτον, να προσκυνάτε τον Θεόν και να μη χωρισθήτε από την Εκκλησίαν, να βάνητε τους ιερείς να λειτουργούν εις την εκκλησίαν κάθε ημέραν, δια να ευλογήται η χώρα σας, και να συγχωρούνται τα αμαρτήματά σας και να δώση ο Χριστός κάθε υγείαν και καλήν προκοπήν.
Και οι ιερείς πρέπει να μην πεισμώνουσι, να μη δέχωνται κατάκρισιν, να μη βάνουσιν σκάνδαλα, να μη γίνωνται μάρτυρες εις κάθε πράγμα, γκοτζαμπάσηδες, να μη γίνωνται καπεταναραίοι, να μη γίνωνται χασάπηδες, να μη γίνωνται πραγματευτάδες, να μη γίνωνται κομιρικαραίοι.37 Διότι αυτοί παρακαλούν δια τας ψυχάς σας, σας βαπτίζουν, σας κοινωνούν, σας θυμιάζουν, σας ευαγγελίζουν, σας αντιδωρίζουν, σας αρραβωνίζουν, σας στεφανώνουν, σας αγιάζουν με αγιασμούς, με ευχέλαια, με παρακλήσεις, με ευχαίς, σας υψώνουν˙ ασθενείτε; Σας διαβάζουν. Αυτοί έχουσι τα βάρη. Χαράτζι να μη τους ρίξετε και βαρύ χρέος. Και αυτοί να είνε ταπεινοί, φρόνιμοι, να μην αφορίζουν, να μην οργίζωνται, να μη καταρίζωνται, να μην έχουν έχθραν, να μη μεθούσι, να είνε λαμπροί ωσάν ακτίνες του ηλίου.
Και να έχητε αγάπην ένας τον άλλον, πλούσιοι και πτωχοί. Και εις ξένην κρίσιν να μη κριθήτε και προδοθήτε εις κρίσεις Τουρκών˙ ότι δώδεκα χρόνους να μένη ακοινώνητος ο προδότης. Και αν σου πταίση ο αδελφός σου ή άλλος χριστιανός, πήγαινέ τον εις τον δεσπότην και μη τον πηγαίνης εις κρίσιν των Τουρκών, ότι μεγάλην αμαρτίαν έχεις και θέλεις κολασθή αιώνια και να μην τον αδέχουνται εις την εκκλησίαν οι αδελφοί, ότι επήγε εξωτερικά και δεν επήγε νομικά. Ακόμα τις Κυριακαίς να μη δουλέψητε ολότελα. Μήτε να πωλήσητε μήτε να αγοράσητε ούτε χωράφι ούτε αμπέλι να κυττάζετε μήτε να φωκαλίζετε τα αχούρια σας˙ μονάχα να διαβάζετε βιβλία, να μαθαίνετε το καλόν και το τέλος της ζωής μας, ότι όλοι θέλομεν αποθάνει καθώς το βλέπομεν καθ’ εκάστην. Και όσον βίον έχομεν, αδέλφια και αδελφές μου, εδώ εις την γην θέλει απομείνει μονάχα όση ελεημοσύνη εδώσατε, αυτό θέλετε έχει βοήθειαν εις την ψυχήν σας και ό,τι εδώσατε των πτωχών δι ‘ αγάπην του Θεού, και θέλετε να λάβετε το ένα, εκατόν παρά του Χριστού. Η ελεημοσύνη, η αγάπη και η νηστεία αγιάζει τον άνθρωπον, τον πλουτίζει και σωματικά και ψυχικά, και έχει αγαθόν τέλος το σώμα και η ψυχή γίνεται αγία. Και αφήσατε την υπερηφάνειαν και κάμετε ταπεινοσύνην. Μη βάνετε εις την κεφαλήν σας ασήμια και μαλάματα και κόκκινα και κίτρινα μανδήλια, αμή άσπρα μανδήλια (να φορήτε)38 και νέες και γερόντισσες και αρχόντισσες και πτωχές.
Και το τέταρτον νόημα είνε να δίδετε ελεημοσύνην εις τους πτωχούς και να παρηγοράτε τους ξένους και να τους δίνετε ψωμί να τρώγουσιν κα να γευματίζουν και από κανένα καμμάτι ψωμί και να πηγαίνουσιν εις την ώραν καλήν τους. Διότι ακούομεν, αδελφοί μου, οπού λέγει η Παλαιά Διαθήκη, ότι ο Πατριάρχης Αβραάμ δεν είχεν υιόν δια να κληρονομήση τον βίον του, και είχεν παράπονον πολύ. Και τί κάνει ο ευλογημένος; Βάνει και κτίζει ένα σπίτι και ανοίγει τρεις θύρας και έβαλε ψωμάν και εζύμωνεν, και όσοι άνθρωποι εδιάβαινον, όλους τους εφίλευεν. Και είχε συνήθειαν, κάθε ημέραν, αν ίσως δεν επήγαινεν ξένος να φάγη ψωμί, μήτε ο Αβραάμ δεν έτρωγεν. Και όσον έδιδε την ελεημοσύνην περισσότερον αβγάτιζεν ο βίος του. Ο διάβολος, όπου φθονεί πάντοτε, τί κάμνει ο τρισκατάρατος; Πηγαίνει και σχηματίζεται ωσάν ζήτουλας εις ταις στράταις οπού επήγαιναν οι άνθρωποι εις το σπίτι του Αβραάμ και όποιος επήγαινε, τον έλεγεν ο διάβολος: Πού πηγαίνεις, αδελφέ; Εκείνος έλεγε την αλήθειαν, και τον εμπόδιζεν ο διάβολος. Έλεγεν: Εγώ είμαι ένας πτωχός, και άκουσα πώς εδώ εις την χώραν Μαμβρήν είνε ένας μέγας άνθρωπος, Αβραάμ το όνομά του, και με είπαν δίδει ελεημοσύνη και είνε φιλόξενος πολύ και ήλθα και εγώ ο δύστυχος να με κυβερνήση τίποτας, και η τύχη μου, το κακόν ριζικόν μου, δεν επρόφθασε να μου δώση και εμένα. Επήγα σήμερα εις το σπίτι του Αβραάμ και εζήτησα κομμάτι ψωμί, και από την πολλήν ελεημοσύνην οπού έδιδεν ο καϋμένος, επτώχυνεν πολύ, και μήτε ψωμί τον έλαχεν μήτε στάμνα με νερόν˙ και ήτον ο άνθρωπος θυμωμένος από την πολλήν πτωχείαν οπού τον ήλθεν, και εσηκώθη ατός του και με εξύλισεν τόσον, οπού εμαζώχθηκεν όλος ο μαχαλάς, οι άνθρωποι, και με εγλύτωσαν˙ και είμαι άρρωστος από τον δαρμόν, και μη πάτε κανένας. Και ακούοντας οι άνθρωποι δεν επήγαν κανένας τρεις ημέρας. Και ο Αβραάμ δεν έφαγε τρεις ημέρας˙ μήτε ψωμί μήτε νερόν έπιεν αυτός και η Σάρρα, διατί ελυπούνταν πώς έγινεν αυτό, και δεν επήγαινε κανένας άνθρωπος να φάγη ψωμί˙ και προσκυνούσαν και παρακαλούσαν με όλην την καρδίαν τους και έλεγον: Πιστεύομεν εις ένα Θεόν Πατέρα, όπου έκαμες τον ουρανόν, την γην, την θάλασσαν, τον ήλιον, τα άστρα και κυβερνάς όλα τα στοιχεία, τα όσα βλέπουν τα ομμάτιά μου, και τα όσα δεν βλέπουν, και ορίζεις και τες ψυχές από τους ανθρώπους˙ παρακαλώ Σε, Θεέ μας, να μη μας αφίσης υστερημένους, αλλά πρόσταξε ανθρώπους, να έλθουν εις το οσπίτιόν μας, να τους φιλεύσωμεν και να τους δίδωμεν και ελεημοσύνην, δια να το εύρωμεν εις τον ουρανόν, ότι είμαστε άτεκνοι, και θα μαλώνουσιν οι συγγενείς μας και οι γείτονές μας. Αυτά έλεγεν ο ευλογημένος Αβραάμ και η Σάρρα. Και ώ του θαύματος! Ο Θεός, οπού αγαπά τον αγαπώντα αυτόν και δεν τον αφήνει λυπημένον, τί κάμνει; Καθώς εκάθονταν ο Αβραάμ έμπροσθεν εις την θύραν και η Σάρρα εις την άλλην αυλήν και εκύτταζον ίσως περάση τινάς να τον κράξουν να φάγη ψωμί δια να φάγωσιν και αυτοί, και βλέπουσι τρεις νέους πολύ ωραίους, οπού έρχονταν προς αυτούς, και εισέβησαν μέσα εις τον οίκον από τας τρεις θύρας, και μέσα ένας εφαινόνταν, και από την πολλήν τους χαράν είπον αναμεταξύ τους: ακόμα μας αγαπά ο Θεός, και ας σφάξωμεν το καλλιώτερον και παχύτερον μοσχάρι. Και ευθύς το έσφαξαν και το έβαλαν μέσα εις τον φούρνον να ψηθή, και η μάννα του μόσχου ερχόνταν ολόγυρα τον φούρνον και εφώναζε, και μετ’ ολίγον έπαυσεν η μόσχα, και βλέπουν εβύζαινεν ο μόσχος. Κυττάζουσι μέσα εν τω φούρνω το αγγείον, και ήτο γεμάτον φαγητόν˙ και εθαύμασαν. Και επήγεν ο Αβραάμ να ομιλήση με τους νέους, και ομιλώντας τω είπον οι νέοι: από τώρα και κάθε όλον χαρά θέλεις έχει, Αβραάμ, και θέλεις γεννήσει υιόν, τον Ισαάκ. Και επήγε να ετοιμάση τράπεζαν, δια να τους φιλεύση, και γυρίζοντας δεν τους ηύρεν και εστοχάσθηκεν, ότι ο Θεός εφάνη, και ησπάζονταν και καταφιλούσε τον τόπον, οπού εκάθονταν οι νέοι, και ήτον η Τριάς, ο Θεός.39
Βλέπετε και ακούετε αδελφοί μου, το θαύμα και το ακούετε έως την σήμερον. Ομοίως να κάμετε και εσείς, αδελφοί μου, αν θέλετε να έλθη ο Θεός εις τα σπίτια σας και να αβγατίζη ο βίος σας.
Από τον Χριστόν μη χωρίζεσθε και από την Εκκλησίαν. Ακούτε τον ιερέα οπού σημαίνει; Ευθύς να σηκώνεσθε, να νίπτεσθε, και να πηγαίνετε εις την εκκλησίαν˙ να ακούετε την Ακολουθίαν με προσοχήν. Ομοίως και την θείαν Λειτουργίαν. Και να ερμηνεύετε τα παιδιά σας, όσον και δύνασθε, να μη αμαρτήσουσιν, να πηγαίνουσιν εις την εκκλησίαν, να ευλογούνται, δια να ζήσουν και να προκόψουν.
Και όποιος αδελφός, αδελφοί μου, ακούση το σήμαντρον και οκνεύει να πηγαίνη εις την εκκλη-σίαν, θέλει πνιγή από τις αμαρτίες, καθώς επνίγησαν και εις τον κατακλυσμόν. Ακόμη μάθετε, αδελ-φοί μου, ο Νώης, αφού έκαμε την κιβωτόν και εμαζώχθηκαν όλα τα ζώα μέσα, το ταχύ άνοιγεν την κιβωτόν και πήγαιναν και έβοσκαν, και το εσπέρας βαρούσε τον σήμαντρον και όλα εμαζώνονταν εις την κιβωτόν και από τότε εβγήκεν ο σήμαντρος και σημαίνουσιν οι ιερείς. Ο σήμαντρος σημαίνει σημαίαν των ανθρώπων, ο ιερεύς κήρυκας της κιβωτού, κιβωτός είνε η αγία Εκκλησία μας˙ και όσοι αδελφοί σέβουν μέσα εις την Εκκλησίαν, θέλουν συγχωρηθούν τα αμαρτήματά τους, και δεν θέλουν πνιγούν από τα σφάλματά τους.
Η αγία Εκκλησία είνε ωσάν η μάνα. Όταν σφάλλη ο υιός της, τον μαλώνει, και πάλιν τον συμπαθά. Η αγία μας Εκκλησία είνε μία πηγή και ποτίζει όλους τους διψασμένους˙ και πρέπει κάθε ημέραν να λειτουργούν οι ιερείς, δια να ευλογή ο Χριστός τους ανθρώπους και να φυλάγη την χώραν από πάσαν νόσον και πάσαν μαλακίαν, δια να ευλογήση ο Θεός την χώραν σας, τα χωράφια σας, τα αμπέλια σας, τον τόπον σας και όλα τα έργα των χειρών σας.
Και να παρακαλήτε όλοι, μικροί και μεγάλοι, να ζουν πολύν καιρόν οι προεστοί της χώρας σας, να τους φωτίση ο Θεός να σας κοιτάζουν καλά, ότι ο προεστώς είνε ωσάν πατέρας˙ και να τιμάτε τους ιερείς σας και τους τρανητέρους σας. Αι γυναίκες να τιμάτε τους άνδρας σας, οι άνδρες να έχετε αγάπην με ταις γυναίκες σας και τις μάνες σας, και αι νύμφες να τιμάτε τους πενθερούς σας και τις πενθερές σας, και οι γαμβροί τα πεθερικά σας, και με αυτήν την ευλάβειαν θέλετε προκόψει σωματικά και ψυχικά και θέλετε φάγει όλα τα αγαθά της γης όσον ζήσετε εις την γην την πρόσκαιρην και ολίγην ζωήν, και εις την αιώνιον ζωήν θέλετε κερδίσει όλα τα αγαθά του παραδείσου. Και να μην παραδίνεσθε, να μην καταργιέσθε, να μην αναθεματίζεσθε, και να έχω την ευχήν σας, αδελφοί μου, και συγχωρείτέ με και ο Θεός να συγχωρέση και εσάς και να μας αξιώση να απολαύσωμεν όλοι ομού τον παράδεισον, να χαρούμεν όλοι μαζί με τους Αγίους Αγγέλους και πάντας τους Αγίους.40 Αμήν.
***
ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
- Στην Α’ Διδ. βλ. σελ. 30.
- Α’ Διδαχή παρόντος βιβλίου, σελ. 47, και αλλού.
- Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου, Νέον Μαρτυρολόγιον (Συναξαριστής – Νεομαρτύρων, εκδ. «Ορθόδοξος Κυψέλη», Θεσσαλονίκη 1989, σελ. 731). – Στην Α’ Διδαχή δίδει και μόνος του πληροφορία ότι γεννήθηκε στην επαρχία Απόκουρο, χωρίς να κατονομάζη το χωριό του, σελ. 30.
- Βλ. Α’ Διδαχή, σελ. 30.
- Βλ. βιβλ. Ευθυμίας Μοναχής, ο Ιερός Χρύσανθος ο Αιτωλός, εκδ. Ι. Μονής Αγ. Κοσμά του Αιτωλού, Μέγα Δένδρον 2002 (τα διάφορα καταχωρούμενα βιογραφικά).
- Ευθυμίας Μοναχής, των Πανελλήνων ο Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός, εκδ. Ι. Μονής Αγίου Κοσμά του Αιτωλού, Μέγα Δένδρον 2009, κεφ.: Οι σπουδές του Αγίου σελ. 27.
- Α’ Διδαχή, σελ. 47.
- Η’ Διδαχή, σελ. 140.
- Α’ Διδαχή σελ. 31.
- Α’ Διδαχή σελ. 31.
- Α’ Διδαχή σελ. 31.
- Ευθυμίας Μοναχής, Των Πανελλήνων ο Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός, 2009. Σελ. 185.
- Η’ Διδαχή σελ. 140 – βλ. Ευθυμίας Μοναχής, έν. Ανωτ., σελ. 187.
- Ευθυμίας Μοναχής, έν. Ανωτ., σελ. 83, 187.
- Εν. ανωτ., σελ. 186. – Α’ Διδαχή, σελ. 47.
- Ευθυμίας Μοναχής, έν. Ανωτ., σελ. 126. Τα στοιχεία αντλούνται από τα Βενετικά Αρχεία. Βλ. και Αρτ. Ξανθοπούλου – Κυριακού, ο Κοσμάς ο Αιτωλός, εκδ. Πουρναρά, Θεσσαλονίκη 1984, σελ. 111.
- Ευθυμίας Μοναχής, έν. Ανωτ., σελ. 45, 53.
- Ευθυμίας Μοναχής, έν. Ανωτ., σελ. 176.
- Έν. Ανωτ., σελ. 191.
- Την έκδοσι Γ. Αποστολιά (1897) έχει αναδημοσιεύσει στο βιβλίο του «Κοσμάς ο Αιτωλός» (τις Διδαχές και τα Παραδείγματα Διάφορα) ο Αρχιμ. (Μητροπολίτης) Αυγουστίνος Καντιώτης καθώς και τις δύο Διδαχές που δημοσίευσε ο Δυοβουνιώτης και μία διδαχή του χειρ. 29 της Φιλοσοφικής Σχολής.
Ο Σεβασμιώτατος έχει κάνει ελαφρές αναγκαίες διορθώσεις κυρίως στη στίξι, οι οποίες αποδίδουν σωστά το νόημα, κάποια μικρά γράμματα τα έκανε κεφαλαία π. χ. άγιον πνεύμα = Άγιον Πνεύμα ή ανορθογραφίες: κοιλό = κιλό.
Έκαναν αντιπαραβολή της εκδ. Αποστολιά και των κειμένων των χειρογράφων των κωδίκων με την έκδοσι Καντιώτη. Της εκδόσεως Γ. Αποστολιά ένα αντίτυπο έχει στο προσωπικό του αρχείο ο συμβολαιογράφος κ. Κώστας Μαραγιάννης, ο οποίος είχε την καλωσύνη να μου προσφέρει ένα φωτοαντίγραφο τούτου και τον ευχαριστώ πολύ.
Επειδή οι διορθώσεις στίξεως που έκανε ο Καντιώτης ήταν απαραίτητες (καθώς και η ορθογραφία) υιοθετώ και εγώ σχεδόν όλες αυτές, στην παρουσα έκδοσι.
- Ιω. Μενούνου, Κοσμά του Αιτωλού Διδαχές και Βιογραφία, εκδ. «Ακρίτας», στ’ έκδ. 2002, σελ. 268.
- Βιβλιοθήκη Βουλής (αρ. 128), Εθνική Βιβλιοθήκη (αρ. 385), Φιλοσοφικής Σχολής Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης (αρ. 29), Γενικά Αρχεία του Κράτους (αρ. 94), Κοργιαλένειος Βιβλιοθήκη Κεφαλληνίας (αρ. 1), Μονής Λευκοπηγής στην Άνω Δίβρη Ηλείας (αρ. 12), Ι. Μονή Ξενοφώντος Αγίου Όρους (αρ. 227 και 228). Λεπτομέρειες για τους Κώδικες αυτούς βλέπε στο βιβλίο του Ιωάννη Μενούνου, Κοσμά του Αιτωλού Διδαχές…, εκδ. «Ακρίτας» 2002, κεφ.: Η παράδοση του κειμένου, σελ. 252.
- Μαμασούλα Μαρίας, Πατροκοσμάς Ιερουργός του Λόγου και της Πράξης, εκδ. «Ορθ. Ιερ/κής Ενώσεως, η Αγία Φιλοθέη», Αγρίνιον 2001, σελ. 75.
- Σαλαμάγκα Δ., ο Γνωστός Κοσμάς, εκδ. «Αστήρ», Αθήναι 1952. Σελ. 30.
- Έν. Άνωτ.
- Έν. Ανωτ., σελ. 29.
- Ευθυμίας Μοναχής, των Πανελλήνων ο Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός, 2009, σελ. 176, κ.ε.
- Συναξαριστής Νεομαρτύρων, εκδ. «Ορθόδοξος Κυψέλη», Θεσσαλονίκη 1989, σελ. 733.
*Η Α’ Διδαχή εκδ. Αποστολιά έχει μεγάλη συγγένεια με την Α’ Διδαχή του χειρογράφου 12 του Κώδικος της Μονής Λευκοπηγής, σελ. 1-63 (βλ. σχόλια Ι. Μενούνου, Κοσμά του Αιτωλού Διδαχές και Βιογραφία, εκδ. «Ακρίτας» Αθήναι 2002, σελ. 260.
Συγγενεύει ακόμα με τις Διδαχές του Αγίου Κοσμά που υπάρχουν:
α) στο χειρόγραφο Κοργιαλενείου Βιβλιοθήκης Κεφαλληνίας,
β) στο χειρόγραφο 128 στ, της Βιβλιοθήκης της Βουλής (Α’ Διδαχή).
Γ) στην Διδαχή του Αγ. Κοσμά που υπάρχει στην Ακολουθία της Αγίας Αικατερίνης που εκδόθηκε στην Αθήνα το 1900 με δαπάνη του Β. Δ. Ζώτου Μολοσσού και
δ) στο χειρόγραφο 228 της Μονής Ξενοφώντος (Γ’ Διδαχή).
Επίσης η Διδαχή Α’ της εκδόσεως Αποστολιά αντιστοιχεί προς τη Διδαχή Α’ της εκδόσεως Μενούνου, που βρίσκεται στο χειρόγραφο Κ94, β των Γενικών Αρχείων του Κράτους, σελ. 1-40 (βλ. Ιωάννου Μενούνου, ένθ. Ανωτ., Αθήναι 2002, σελ. 19 στην παραπομπή, σελ. 334).
- Τόσον η έκδοσι Αποστολιά, όσον και η έκδοσι Καντιώτη, η οποία αντιγράφει τον Αποστολιά στο σημείο αυτό έχει ελλιπτικό νόημα (έτσι φαίνεται το είχε το χειρόγραφο του κώδικος του Μ. Σπηλαίου, το οποίον όμως εχάθη). Από τα συμφραζόμενα φαίνεται πώς λείπει η φράσις που συμπληρώνομε εμείς εντός της αγκύλης. Εξ άλλου κάτι τέτοιο τους λέγει και στην αρχή σχεδόν της Α’ Διδαχής: «δεν είμαι άξιος να σας διδάξω…», σελ. 30.
*2 α) βλ. στην σημ. της Διδαχής Α’, σελ. 28.
β) Συγγενεύει πολύ με την Διδαχή Β’ του χειρόγραφου 12 του Κώδικος της Μονής Λευκοπηγής Άνω Δίβρης Ηλείας, σελ. 64-91. Συγγενεύει και προς την Διδαχή Δ’ του χειρογράφου 228 μονής Ξενοφώντος Αγίου Όρους.
αντιστοιχεί προς την Δ’ Διδαχή της εκδόσεως Ι. Μενούνου, ο οποίος εκδίδει αυτήν από το χειρόγραφο 12 της Μονής Λευκοπηγής (Κοσμά του Αιτωλού Διδαχές και Βιογραφία, εκδ. «Ακρίτας», Αθήναι 2002, σελ. 163, 336.
- Η έκδ. Γ. Αποστολιά (Παραδείγματα διάφορα, τυπογρ. Φωσκόλου Ζάκυνθος, εκδ. Πύργου Ηλίας 1897) έχει «κοιλόν». Το αναφέρω ενδεικτικά.
*3 α. βλ. στην σημ. της Διδαχής Α’ , σλ. 28.
β. Συγγενεύει πολύ με την Διδαχή Γ’ του χειρογράφου 12 του Κώδικος της Μονής Λευκοπηγής σελ. 92-144.
Η παρούσα Διδαχή ακόμα συγγενεύει με το χειρόγραφο 29 Φιλοσοφικής Σχολής Θεσσαλονίκης, και με το χειρόγραφο 385 της Εθνικής Βιβλιοθήκης. (βλ. σχόλια Ι. Μενούνου, Κοσμά του Αιτωλού Διδαχές και Βιογραφία, εκδ. «Ακρίτας», Αθήναι 2002, σελ. 336).
Αντιστοιχεί προς την Διδαχή Ε’ εκδόσεως Ι. Μενούνου (ένθ. Αν.), ο οποίος δημοσιεύει την Γ’ αυτή Διδαχή του Κώδικος της Λευκοπηγής, (σελ. 179).
- = είσαι ικανός, δυνατός – δηλ. μπορείς, έχεις δύναμι;
*4 α. βλ. σημ. της Διδαχής Α’, σελ. 28.
β. Συγγενεύει πολύ με την Διδαχή Δ’ του χειρογράφου 12 του Κώδικος της Μονής Λευκοπηγής, σελ. 145-206.
Επίσης συγγενεύει με την Διδαχή Β’ του χειρογράφου 227 της Μονής Ξενοφώντος Αγίου Όρους.
Αντιστοιχεί προς την Διδαχή Γ’ Εκδόσεως Ι. Μενούνου (Αθ. 2002, σελ. 135), ο οποίος εκδίδει την Διδαχή Δ’ του χειρογράφου της Λευκοπηγής, (βλ. σχόλια Μενούνου, σελ. 336).
- Από της Κοσμογονίας μέχρι της Γεννησεως του Κυρίου Ιησού Χριστού έχομε 5.508 χρόνια. 1000 έτη = ένας αιώνας.
Επομένως ο Χριστός γεννήθηκε στο μέσον του 6ου αιώνος.
Πέρασαν 2009 χρόνια από της Γεννήσεως του Χριστού ως σήμερα. Άρα πέρασαν από Κοσμογονίας (όπως την μετράει η Α.Γ.) έως σήμερα 7.517 χρόνια. Επομένως βρισκόμαστε στο μέσον του ογδόου αιώνος.
- Βλ. επί του χωρίου τούτου στο Γ’ Μέρος: Εισαγωγικές πληροφορίες σ’ ένα δυσνόητο διδαχικό χωρίο, σελ. 206 κ.ε.
*5 α. βλ. στην σημ. της Διδαχής Α’ σελ. 28.
β. Συγγενεύει πολύ με την Διδαχή Ε’ του χειρογράφου 12 της Λευκοπηγής, σελ. 206-231. Στην σελ. 231 διακόπτεται το κείμενο απότομα. Έχουν παραπέσει οι σελ. από 231-252, όπως φαίνεται από τον παραλληλισμό με το παρόμοιο και αντίστοιχο κείμενο της εκδόσεως Αποστολιά, το οποίο είναι ολοκληρωμένο. (βλ. σχόλια Ι. Μενούνου, Κοσμά του Αιτωλού Διδαχές και Βιογραφία, Εκδ. «Ακρίτας», Αθ. 2002, σελ. 260).
Στις σελ. που έχουν παραπέσει (231-252) του χειρογράφου της Λευκοπηγής θα υπήρχε το κείμενο των Παραδειγμάτων (βλ. Μενούνο,σελ. 260)
Αντιστοιχεί στην Διδαχή Β2 της εκδόσεως Μενούνου (ε.α., σελ. 121).
*6 Η Διδαχή ΣΤ’ περιέχεται στο χειρόγραφο 385 της Εθνικής Βιβλιοθήκης, σελ. 93-103 (μία Διδαχή – βλ. περιγραφή χειρογράφου από Μενούνο, σελ. 255). Την δημοσίευσε για πρώτη φορά ο Κωνστ. Δυοβουνιώτης στο περ. «Ιερός Σύνδεσμος», στο φ. 1/1/1915 στις σελ. 3-6.
Η Διδαχή αυτή έχει πολλά στοιχεία που τα βρίσκομε στις προηγούμενες Διδαχές. Την καταχωρώ όμως στην παρούσα έκδοσι επειδή υπάρχει σ’ αυτήν το δυσνόητο εσχατολογικό χωρίο, το οποίον σχολιάζω στο Γ’ Μέρος του βιβλίου, στο Κριτικό Σχόλιο, στις σελ. 206 κ.ε.
- Βλ. στο Γ’ μέρος: Ερμηνευτικό Σχόλιο επί του δυσνόητου χωρίου των τριών διδαχών, σελ. 209 κ.ε.
*7 Η παρούσα Διδαχή περιέχεται στο χειρόγραφο 128 στ, της Βιβλιοθήκης της Βουλής στις σελ. 35 -50. Είναι η β’ Διδαχή του χειρογράφου τούτου. (Η α’ περιέχεται στις σελ. 26-35, κεφ.: Σχόλια – περιγραφή χειρογράφου, στο βιβλίο Ι. Μενούνου, Κοσμά του Αιτωλού Διδαχές και Βιογραφία, εκδ. «Ακρίτας», Αθήναι 2002, σελ. 253, 254).
Για πρώτη φορά, εκδόθηκε από τον Κωνστ. Δυοβουνιώτη με τίτλο «Διδαχή Κοσμά Αιτωλού» στο περ. «Ιερός Σύνδεσμος» στα φύλλα: 1/8/1915, σελ. 4-8, 15/8/1915, σελ. 1-6, 1/9/1915 σελ. 1-5.
Συγγενεύει με την πρώτη Διδαχή του χειρογράφου 227 της Μονής Ξενοφώντος Αγίου Όρους. Αντιστοιχεί στην Διδαχή Β1 της εκδόσεως Μενούνου (Αθ. 2002, σελ. 92, σχόλια στη σελ. 335).
*8 Η Διδαχή αυτή περιέχεται στο χειρόγραφο 29 της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, στις σελ. 257-275. Για πρώτη φορά την δημοσίευσε ο Αρχιμ. Σωφρόνιος Παπακυριακού στο βιβλίο του: Κοσμά του Αιτωλού, Ιερομάρτυρος και Ισαποστόλου Διδαχαί, Επιστολαί και Μαρτύριον, Αθήναι 1953.
Συγγενεύει με Διδαχή Γ’ του χειρογράφου 12, Λευκοπηγής, με τη Διδαχή Γ’ της εκδόσεως Αποστολιά Γ., Παραδείγματα διάφορα, εκδ. Πύργου Ηλείας, 1897 και την διδαχή του χειρογράφου 385 της Εθνικής Βιβλιοθήκης.
Αντιστοιχεί προς την Διδαχή Ε’ της εκδόσεως Μενούνου (σελ. 179), ο οποίος όμως δημοσιεύει την Διδαχή Γ’ του χειρογράφου Λευκοπηγής. (βλ. σχόλια – πληροφορίες Ι. Μενούνου, Κοσμά του Αιτωλού Διδαχές και Βιογραφία, εκ. «Ακρίτας», Αθ. 2002, σελ. 178 σημ., σελ. 256- 257, σελ. 275-276, σελ. 336).
Στην παρούσα έκδοσι αφήνω τις περισσότερες διορθώσεις στίξεως της εκδ. Καντιώτη διότι καθιστούν το κείμενο του κώδικα περισσότερο κατανοητό, καθώς και κάποιες διορθώσεις ορθογραφίας επιλεκτικά.
- Το κειμενο του χειρογράφου συνεχίζει «ήγουν ο Χριστός». Μάλλον κάποια περαιτέρω νοήματα δεν πρόλαβε να καταγράψη ο καταγραφέας.
- Βλ. στο Γ’ Μέρος: Ερμηνευτικό σχόλιο επί του δυσνόητου χωρίου των τριών διδαχών, σελ. 209 κ.ε.
- = φορατζήδες.
- Τα εντός της αγγύλης θέσαμε εμείς δια την συμπλήρωσιν της εννοίας του κειμένου.
- Στο κείμενο επί πλέον υπάρχει «Ιησούς Χριστός» μετά το «Τριάς ο Θεός». Μάλλον ο καταγραφεύς δεν πρόλαβε να σημειώση τα άλλα Πρόσωπα της Αγίας Τριάδος.
- Το κείμενο έχει «και πάντων των αγίων. Αμήν».
*9 Από την έκδοσι Γ. Αποστολιά, Παραδείγματα διάφορα, εκδ. Πύργου Ηλείας, 1897…
***
Από το βιβλίο: της «ΕΥΘΥΜΙΑΣ ΜΟΝΑΧΗΣ, ΗΓΟΥΜΕΝΗΣ ΤΗΣ Ι. ΜΟΝΗΣ ΑΓ. ΚΟΣΜΑ ΤΟΥ ΑΙΤΩΛΟΥ ΜΕΓΑΔΕΝΔΡΟΥ ΘΕΡΜΟΥ»,
«Ο ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟΣ ΑΜΒΩΝΑΣ
ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΚΟΣΜΑ ΤΟΥ ΑΙΤΩΛΟΥ».
(Διδαχές – Επιστολές)
«Δημοσιεύσαμε εδώ το πρώτο μέρος του βιβλίου.»
ΕΚΔΟΣΗ
Ι. ΜΟΝΗΣ ΑΓ. ΚΟΣΜΑ ΤΟΥ ΑΙΤΩΛΟΥ ΜΕΓΑΔΕΝΔΡΟΥ
ΑΘΗΝΑΙ 2010
Η/Υ επιμέλεια Σοφίας Μερκούρη.